Οι ξερολιθιές της ζωής

ΟΙ ΞΕΡΟΛΙΘΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Λειτουργώντας στον κύκλο της ζωής…

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

«Η πέτρα είν’ ο θάνατος
η πέτρα είν’ η ζωή μου…»

(«Η πέτρα», Μάνος Χατζιδάκις)

Οι ξερολιθιές αποτελούν δημιουργίες του ταπεινού κι έντρυφου της γης ανθρώπου της ελληνικής υπαίθρου, του νοού και πνοού σε σχέση με το φυσικό γενόμενο, του κατέχοντος τη σοφία της εμπειρικής γνώσης, της δοκιμασμένης πρακτικής στο φυσικό χώρο, κι απορρέουσας από το βίο του στην ύπαιθρο Ελλάδα. Αποτελούν έργα δομικά και χαρακτηριστικά της «ύπαιθρης χώρας», που δημιούργησαν πολιτισμό, περιβάλλον, τοπία. Υπό αυτή την έννοια αποτελούν την παρακαταθήκη του Έλληνα στη χώρα του, με περιβαλλοντική, πολιτιστική, ιστορική και κοινωνική αναφορά, που πρέπει να διατηρηθούν ως αξία ζωής και ως παράδειγμα λειτουργίας του ανθρώπου στον τόπο κατά την πράξη του σε αυτόν, για το μέλλον.

Δέστε τι έκανε ο πρόγονος: του έλαχε να κατοικεί σε τόπο άγριο, ξηρό, άγονο, σε γη λεπτόγειο. Δεν παραδόθηκε μολοντούτο στην ξηρότητα, δεν αφέθηκε στη φτωχότητα, μα αναδόθηκε, αφού τίθετο ζήτημα επιβίωσής του. Μπρος στην ανάγκη της ζωής λοιπόν, σοφίστηκε πα στα προηγούμενα σφάλματα και στην αξία της γης, και ιδώθηκε ως προς το μέλλον του συνετά και με σύστημα. Ακολούθησε την αρχαία πρακτική τής βαθμίδωσης των υποβαθμισμένων τόπων, ώστε αυτοί να ημπορούν να στερεωθούν, ν’ ανασκωθούν και να παράγουν. Και στην τέτοια του ιδέα, πώχε βεβαίως κόπο πολύ και συνεχή και διάπυρη προσπάθεια κατά την εφαρμογή της, πέτυχε. Τοίχισε τη γη και γονίμεψε τους τόπους με την πρακτική του· τους πότισε με τον ίδρω του· τους χωροτάκτησε με την τεχνική του.

Πώς όμως λογίστηκε ενεργώντας στη γης; Λειτούργησε στον κύκλο της ζωής, κι όχι έξω από αυτόν· κάτι που όταν συμβαίνει συντελεί στην υποβάθμιση. Πήρε ιδέα κι έμπνευση για την ενέργειά του από την ίδια τη φύση. Προσαρμόστηκε στους κανόνες της για να μπορεί να τον δεχτεί λειτουργικά ο τόπος, και να μην τον αποβάλλει ως ξένο σώμα. Και τούτο διότι, αν και κυρίαρχο ον ο άνθρωπος δεν ημπορεί να επιβάλλεται στο σύστημα όπου υφίσταται, καθόσον αυτό, έχοντας τους κανόνες και τις νόρμες λειτουργίας του, ακολουθεί τη φυσική νομοτέλεια της ύπαρξης και συνέχειάς του. Συνηθίζουμε να λέμε ότι το φυσικό σύστημα αντιδρά, μα όχι, λειτουργεί σύμφωνα με τη φύση του.

Ο άνθρωπος ασκεί την «κυριαρχία του» στο επίπεδο της διανόησής του, που άπτεται της δυνατότητάς του να εντάσσεται αρμονικά και συγκροτημένα στο φυσικό σύστημα μέσα από την ανθρωπογενή σχέση του με αυτό, κι όχι να το αντιποιείται. Είναι συνεπώς κυριαρχία μυαλού αυτή του ανθρώπου, δύναμη της διανόησής του, κι όχι πυγμής κι εκμεταλλευτικής λογικής· όχι επιβολής. Διότι η επιβάλλουσα δύναμη καταδείχνεται δραματικά στο μέτρο που «αντιδρά» η φύση, κι όχι στον τρόπο που ο άνθρωπος λειτουργεί εκμεταλλευτικά –η φύσει δύναμη δείχνεται σε αυτό το επίπεδο. Είναι ζήτημα ορθής διαχείρισης του τόπου λοιπόν, κάτι που ο πρόγονος, στήνοντας τοίχους στη γης και κλιμακώνοντάς την, το είχε καλά συνειδητοποιήσει, καθώς βεβαίως πρωτύτερα είχε υποστεί τις συνέπειες της υποβάθμισης.

Ακολουθώντας συνεπώς το νόμο της ζωής, από τον οποίο δεν ημπορεί ο άνθρωπος ν’ αποστεί, αφού ο νόμος αυτός έχει άμεση και καθοριστική σχέση με την επιβίωσή του, προσαρμόζει τις ενέργειές του στον κύκλο της ζωής, δείχνοντας την αυτονόητη σχέση των δύο αυτών συνθηκών του ζην. Τον εν λόγω κανόνα ακολούθησε ο πρόγονος τοιχίζοντας και βαθμιδώνοντας τον τόπο.

Τις πολύτιμες ξερολιθιές των βαθμιδωμένων τόπων, εμείς οι σήμεροι, οι τραγικοί −τελικώς− επίγονοι!, στα πλαίσια της προόδου και του ιδιοτελούς σκοπού μας τις καταστρέφουμε· ή ακόμα, λειτουργώντας αφαιρετικά κι αποστασιοποιημένα από το φυσικό γίγνεσθαι, τις παραδίδουμε στη φυσική φθορά της άφεσης και της εγκατάλειψης. Στη μεν πρώτη περίπτωση γίνονται θυσία στο βωμό της εκμετάλλευσης (της αξιοποίησης κατά τη νεωτερική ορολογία!), διότι καταλαμβάνουν τόπους που τους απαιτεί η αδηφάγα ανάπτυξη! Στη δε δεύτερη περίπτωση οι τόποι κρίνονται ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη, όπως αυτή νοείται σύμφωνα με τους κανόνες του νεοπολιτισμού. Μιαν ανάπτυξη όμως που υποβαθμίζει ή καταστρέφει το σύστημα της ζωής, μιαν ανάπτυξη που αντίκειται στο νόμο της ζωής, καθόσον δεν εντάσσεται στον κύκλο λειτουργίας της, μοιραία οδηγεί στην (αυτο)καταστροφή, αφού χάνονται τα στηρίγματα της ύπαρξης. Ο άνθρωπος δεν κοιτιέται έτσι στα προαιώνια σφάλματά του και δε διδάσκεται από τις σωστές κατοπινές ενέργειες θεραπείας των συνεπειών των σφαλμάτων του, μα λειτουργεί μηχανικά κι άστεργα, έχοντας αποστασιοποιηθεί από το φυσικό περιβάλλον όπου πρέπεται.

Ο κυρίαρχος άνθρωπος, στην προσπάθειά του να επικρατήσει δημιουργώντας μικρές ή μεγάλες ανατροπές, οδηγείται σε μια ολική ανατροπή, σε μια γενικότερη καταστροφή. Tο λάθος του, διαφορετικό σε κάθε περίπτωση, μα ίδιο ως προς το αποτέλεσμά του στη γενική του θεώρηση, ας μας (συν)ταράξει για την απώλεια των θέμελων της ζωής, για το γεγονός ότι υποβαθμίζεται κι απειλείται η ίδια η ζωή, που συγκροτεί την ύπαρξή μας. Το οικοδόμημα της ζωής θέλει θέμελα, θέλει τοίχους για να στηριχθεί· τοίχους όχι νεκρούς, άρριζους, άνευρους και γκρίζους, μα τοίχους της ζωής, της ενέργειας, της γιομάτης μεδούλι ύλης…

(φωτογραφία: Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, Σοποτό Αχαΐας)

Μια πρώτη, σημαντική νίκη» για την υπεράσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς

Δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης οι αποφάσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής και του υπουργού Οικονομικών που ανακαλούν τη μεταβίβαση...

Διαβάστε Περισσότερα

Οι δανειστές (κατακτητές της Ελλάδας) διαμέσου του Υπερταμείου ζητούν τα μνημεία της Χώρας μας!

Στις 22 Ιανουαρίου 2019 εκδικάζεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η αίτηση ακύρωσης της 86/18.6.2018 Απόφασης του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής (ΦΕΚ 2317/Τ.Β’/19.6.2018) και της υπ.αρ. 0004586 ΕΞ2018/19.6.2018 Υ.Α. του Υπ. Οικονομικών περί «Μεταβίβασης κατ’ άρθρα 196 παρ. 6 και 209 του ν. 4389/2016, ακινήτων στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε.» (ΦΕΚ 2320/Τ.Β’/19.6.2018) που κατέθεσε ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, από κοινού με τους Δημάρχους Πατρέων και Σπάρτης.
 
Η αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά της αντισυνταγματικής μεταβίβασης αρχαιολογικών χώρων, μνημείων, αρχαιολογικών μουσείων και εν γένει ακινήτων που έχουν σχέση με την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς στην παραπάνω Εταιρεία (ΕΤ.Α.Δ.-Α.Ε.) και μέσω αυτής στο «Υπερταμείο».
 
Ενώ έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την πρώτη διαπίστωση ότι στον κατάλογο των 10.119 ακινήτων, τα οποία μεταβιβάζονται στην ΕΤ.Α.Δ.-Α.Ε., βάσει της σχετικής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, συμπεριλαμβάνονται εμβληματικά μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι και μουσεία και παρά την ανακοίνωση του ΥΠ.ΠΟ.Α., στις 22/11/2018, ότι έχει ολοκληρωθεί ο έλεγχος των 10.119 ακινήτων και έχει ήδη διαβιβαστεί στον Υπουργό Οικονομικών ο σχετικός κατάλογος 2.329  ακινήτων που υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 196 του Ν. 4389/2016,  ωστόσο:
α) δεν έχει δοθεί, παρά τις αιτήσεις του Σ.Ε.Α. ο κατάλογος των μνημείων και
β) δεν έχει προωθηθεί η θεσμική κατοχύρωση της εξαίρεσης των μνημείων με τα συναρμόδια υπουργεία, ΥΠ.ΠΟ.Α  και ΥΠ.ΟΙΚ.,  να εκδίδουν αντικρουόμενες ανακοινώσεις σχετικά με την έκδοση ή μη Υ.Α. ρητής εξαίρεσης των ταυτισμένων ακινήτων από την μεταβίβαση, και χωρίς επίσης να διευκρινίζεται αν η εξαίρεση θα αφορά και το φλέγον θέμα της διαχείρισης των μνημείων και πολιτιστικών κτηρίων.  
Σε αυτούς τους τέσσερις μήνες η κυβέρνηση διαβεβαίωσε πολλάκις ότι το θέμα βαίνει προς «επίλυση», ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση η Κνωσός, η Σπιναλόγκα, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ο Λευκός Πύργος και τα υπόλοιπα 2.329 ακίνητα να περάσουν στο «Υπερταμείο», αφήνοντας να εννοηθεί σχεδόν ότι πρόκειται περί «λάθους». 
 
Μόλις χτες, όμως, υπήρξε μια εξέλιξη που δείχνει ότι η διγλωσσία της κυβέρνησης όχι απλώς συνεχίζεται, αλλά είναι καθεστώς: Το «Υπερταμείο» (ΕΕΣΥΠ) άσκησε παρέμβαση ενώπιον του ΣτΕ για την προσφυγή του ΣΕΑ και των δημάρχων Σπάρτης και Πατρέων. Αυτό σημαίνει ότι προτίθεται να έρθει στην ακροαματική διαδικασία για να υπερασπιστεί την Υπουργική Απόφαση Τσακαλώτου, δηλαδή την μεταβίβαση των μνημείων! Το ΔΣ της ΕΕΣΥΠ, διορισμένο από την κυβέρνηση και τους «θεσμούς», με αυτή την κίνηση δηλώνει ότι θεωρεί ήδη «περιουσία» του τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν.

Κάπου εδώ, όμως, τα ψέματα τελειώνουν. Όπως επισημάναμε από την αρχή αυτής της υπόθεσης, η προστασία των μνημείων δεν γίνεται με Δελτία Τύπου, αλλά με υπουργικές αποφάσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις, τις οποίες μέχρι στιγμής η κυβέρνηση αποφεύγει να κάνει.
 
Ας πουν επιτέλους την αλήθεια: θέλουν ή όχι να περάσουν τα ακίνητα στο Υπερταμείο; Εγείρει το Υπερταμείο αξιώσεις για τα 2.329 ακίνητα της πολιτιστικής κληρονομιάς; Θα έρθει το Υπουργείο Οικονομικών στο ΣτΕ να υπερασπιστεί την απόφαση μεταβίβασης των μνημείων; Ποια είναι η πραγματική πολιτική βούληση της κυβέρνησης; Αυτή που λένε τα δελτία τύπου του ΥΠΠΟΑ ή αυτή που υποδεικνύει η σιωπή του Υπουργείου Οικονομικών και η παρέμβαση του Υπερταμείου;
 
Ζητώντας την άμεση δημοσιοποίηση του πλήρους καταλόγου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και μουσείων και γενικότερα ακινήτων που χρησιμοποιούνται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 10.119 ακινήτων που μεταβιβάζονται στην ΕΤ.Α.Δ -Α.Ε. και την άμεση έκδοση σχετικής Υπουργικής Απόφασης ονομαστικής εξαίρεσης από τη μεταβίβαση κάθε δικαιώματος (κυριότητας και διαχείρισης) όλων των παραπάνω και του περιβάλλοντος χώρου αυτών ή μέρους των ακινήτων αυτών που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 196 του Ν. 4389/2016 προς την ΕΤ.ΑΔ.- Α.Ε. και οποιαδήποτε συναφή εταιρεία ή οργανισμό στο διηνεκές, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εμμένει και προχωρά στην αίτηση ακύρωσης των Υπουργικών Αποφάσεων.
 
Για την παρουσίαση των νομικών κινήσεων και των θέσεων του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο πλαίσιο της εκδικαζόμενης αίτησης ακύρωσης, σας  καλούμε σε συνέντευξη τύπου  στο κτήριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Ερμού 134-136,  την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 12.30 μμ».

Μεταβιβάστηκαν τα ιστορικά μνημεία στο ΤΑΙΠΕΔ και οι δανειστές εισπράττουν τα ενοίκια

Μεταβιβάστηκαν τελικά στο Υπερταμείο ιστορικά μνημεία, παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης περί του αντιθέτου και ξεκινάει η αξιοποίησή τους υπέρ των δανειστών!

Διαβάστε Περισσότερα

Ποιο το ελληνικό τοπίο;

Ποιο το ελληνικό τοπίο;

(Μέρος 1ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Περνώντας τα χρόνια
έχουμε δέσει, έχουμε στοιχειώσει
και το τοπίο δε λέει
να χορτάσει
απαιτητικό κι αβυσσαλέο
έρχεται από μακριά
κυλάει στο αίμα μας
μας αναστατώνει
κι ό,τι λέμε λευτερωθήκαμε
μες τα υπόγεια ρεύματά του
μας έχει παρασύρει.
Κι άλλον τόπο απ’ την Ελλάδα
ούτε να τον σκεφτούμε».

(«Ο τόπος μας», Γιάννης Νεγρεπόντης)

Ξεκινώντας με τη σκέψη του πρωτοπόρου της ιδέας του ελληνικού τοπίου Περικλή Γιαννόπουλου, που λέγει ότι «η βάση της ελληνικής αισθητικής είναι η ελληνική γη», διαπιστώνουμε τη σημασία της ιδιοσυστασίας του τόπου, της ελληνικής γης εν προκειμένω, για τη θεώρησή του. Ξεκινώντας λοιπόν από το αρχέτυπο της γης διατρέχουμε την ιστορική πραγματικότητα ως αποτυπώσεις της ζωής στο χώρο, που αποδίδεται υπαρκτικά ως οντότητες που δημιουργούν, ως εικόνες που μιλούν! Ο συστάμενος έτσι σε κάθε χρονική στιγμή τόπος αποτελεί την καταγραφή της ζωής κι εντέλει της αξίας του λαού που τον κατοικεί, καθόσον ο λαός δημιουργεί στον τόπο και τον διαμορφώνει. Το τοπίο επομένως είναι απόδοση του βίου του ανθρώπου, είναι ιστορία, είναι το αποτύπωμα του λαού που ζει τον τόπο.

Έχοντας αυτή την ιδέα καταλαβαίνουμε το περισσότερο που ήθελε να πει ο Γιαννόπουλος αναφερόμενος στην ελληνική γη· ότι το ελληνικό τοπίο δηλωνόμενο στη γη του, αναφέρεται στους ανθρώπους του, αφού αυτοί πρακτούν στον τόπο και τον εξελίσσουν. Είναι μετά τούτων η αισθητική για τον τόπο απόδοση της ενέργειας των ανθρώπων του˙ είναι συνεπώς κάτι πολύ βαθύτερο της οπτικής πρόσληψης και της ευφροσύνης για τον περίγυρο που εξ αυτής προκύπτει, είναι έκφραση ψυχής, της ελληνικής ψυχής, που αποδίδεται στον τόπο με τη δημιουργία του ανθρώπου. Ο αντιλήπτορας άνθρωπος θεωρώντας στον τόπο γίνεται νοός του, αντιλαμβανόμενος το βαθύτερο νόημα της πράξης του Έλληνα σε αυτόν και τη σημασία της ως δημιουργία. Λειτουργώντας έτσι εξηγεί τον τόπο θεωρώντας το τοπίο ως παράγωγο της φυσικής κι ανθρώπινης ενέργειας, γενόμενος συνειδητός της γης. Διότι η συνείδηση για τη γη είναι απότοκο της εννόησής της στο ιστορικό, φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικό της βάθος· στη διαιώνια διάστασή της.

Η ευθύνη του Έλληνα για τον τόπο του είναι ευθύνη για το τοπίο και τις αξίες του, για κείνα που πρεσβεύει. Το ελληνικό τοπίο νοηματοδοτεί τον τόπο με την ιστορία του και την ενέργειά του. Είναι ευθύνη προς το τοπίο συνεπώς η συνείδηση του Έλληνα για τον τόπο, καθώς αυτός ως έντρυφός του έχει σε κάθε στιγμή υποχρέωση να λογοδοτεί στην ιστορία του για την πράξη του παράγοντας παρόν και δημιουργώντας μέλλον. Είναι τούτο μια βαριά και συγχρόνως όμορφη παρακαταθήκη, που όμως βλέπεται ως τέτοια μόνο από τον νοό απόγονο, καθώς ο δυτικός στη σκέψη νεογενής Έλλην επιδιώκει την ανάπτυξή του διά της αγνόησής του ως ελληνική οντότητα, και γι’ αυτό ισοπεδώνει το παρελθόν ή το αποξεχνά και το αποδιώχνει, έχοντας ιστορική άγνοια κι συμπεριφορά ολετήρα! Ο σεβασμός του τόπου, και παραπέρα η ανάδειξη κι εξέλιξή του, αποτελεί ανάγκη κι ευθύνη απέναντι στον πολιτισμό του λαού, στο ιστορικό γίγνεσθαι που συστήνει και χαρακτηρίζει τον τόπο, για τη βιωματική του αξία, για τα θέμελα που τον κρατούν όρθιο, και για τη συνέχειά του, που θέλει κρατήματα, βαστήγματα ζωής για να πορευτεί. Η γη «μιλά» διά της ιστορίας της, μέσα από τις εικόνες και τα βιώματα, ο τόπος σε κινεί με το ιστορικό και ζωτικό εκτόπισμά του, θέτοντάς σε προ των ευθυνών σου ώστε να μη γενείς μικρός για την αξία του και να μπορέσεις να κρατήσεις το βάρος του στην ανάλαφρη, λεπτόγεω ελληνική γη!

Λέγει πάνου σε τούτα ο «αγιογράφος» του ελληνικού τοπίου και ο εκφραστής της ελληνικής ζωής, ο Φώτης Κόντογλου, αναφερόμενος στην πατρογονική γη της Μικρα-Ασίας: «Σε κείνα τα μονοπάτια μπορεί να συναπαντηθείς καμιά φορά και με τον Τηλέμαχο, που πάγει να ‘βρει τον πατέρα του, ή με τον Λουκά και τον Κλεώπα, που τραβάνε για τους Εμμαούς…»[1]

Θέτει, με το δικό του όμορφο τρόπο, καίρια ζητήματα ως προς τα παραπάνω ο Νίκος Καζαντζάκης: «Μα για μας τους Έλληνες η πίκρα είναι διπλή, γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας απόγονους και θέτουμε άθελά μας το χρέος να φτάσουμε τους μεγάλους προγόνους. Κι ακόμα πιο πολύ: το χρέος κάθε γιου να ξεπεράσει τους γονέους. Τι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο· στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές οι νεκροί, κι αναβαίνουν παράταιρες φωνές και κράζουν· γιατί ό,τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι πιο άξιες».[2]

Και συνεχίζει πνοϊσμένα: «Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων, πώς να συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας μας; Μια αυστηρη ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει τ’ όνομα˙ όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό θρύλο. Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας· έχει ένα όνομα το τοπίο –το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά– συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και δε μπορείς να του ξεφύγεις˙ γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις. Αληθινά τραγική ‘ναι η θέση της Ελλάδας· βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού Έλληνα· απιθώνει στους ώμους μας επικίντυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος…»[3]

Αυτό το χρέος του Έλληνα στ’ οποίο αναφέρεται παραπάνω ο Καζαντζάκης, αποδόθηκε πολύ εύστοχα από έναν «ξένο Έλληνα», τον Νιγηριανό συγγραφέα, σπουδαγμένο στην Ελλάδα (στην Οδοντιατριακή σχολή) και κατόπιν μόνιμο κάτοικο ΗΠΑ, τον Σαμ Τσέκουας (Sam Chekwas), ο οποίος μίλησε για το «θαύμα να νοιώθεις Έλληνας», προσδιορίζοντάς το στα πλαίσια ενός χρέους προς τη φυλή, μιας ευθύνης για τις αξίες της. Και τούτο διότι, το να νοιώθεις Έλληνας αποτελεί φτάσιμο σπουδαχτικό στον υπερούσιο σκοπό, να νοείσαι άνθρωπος· όχι κατ’ ευφημισμό, αλλά κατ’ ουσία. Ως τέτοιος έχεις αίσθηση των αξιών που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο και τον κάμνουν νοό για τα γύρα και πνοό ως δημιουργό. Το φτάσιμο συνεπώς στον άνθρωπο σημαίνει συγκρότησή σου ως Έλληνας –μεγάλη κουβέντα τούτη, μέγιστη ως ιδέα εφόσον εννοηθεί… Λέγει χαρακτηριστικά ο Τσέκουας: «Όταν μιλάω για την Ελλάδα, τα αισθήματα ξεχύνονται ποταμός μέσα μου κι εμποδίζουν τα λόγια. Δε βρίσκω λόγια να περιγράψω αυτό που νοιώθω, το τόσο δυνατό που με συνεπαίρνει και με απογειώνει, το τόσο σταθερό που έγινε ο άξονας της ζωής μου, το τόσο υπέροχο, που με κάνει να αισθάνομαι Άνθρωπος».[4]

Η έγνοια για τον τόπο και η σημασία της προστασίας του ελληνικού τοπίου εκφράστηκε παλαιότερα με την προσπάθεια του Έλληνα να κανοναρχήσει τον εαυτό του αποφαινόμενη περί της πράξεώς του σε σχέση με το τοπίο μιαν επιτροπή, η Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων. Το τοπίο εν προκειμένω προσλαμβάνει δι’ αυτής εθνικό χαρακτήρα και η προστασία του τίθεται υπό την ομπρέλα της ιδέας της ελληνικότητας, που θα την εξετάσουμε σ’ επόμενο κεφάλαιο (στο κεφάλαιο «Το ελληνικό τοπίο ως ιδέα»). Σύμφωνα με αυτή σε σχέση με το τοπίο, η Ελλάδα έχει την ιδιοτυπία των τόπων της, και εξ αυτού του λόγου έχει ιδιαιτερότητα, που απορρέει όχι μονάχα από τη φυσιογνωμία των τόπων, αλλά και από την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Υπό την έννοια τούτη τα τοπία της είναι μοναδικά κι έχουν το προνόμιο να χαρακτηρίζονται στη βάση τούτη. Η  Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων, που δραστηριοποιήθηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ανέλαβε το ρόλο της διαφύλαξης των αξιών του τόπου, που ήταν κατ’ ουσίαν ρόλος παραστάτη της παράδοσης, που στα πλαίσια της νεοτερικής εξέλιξης του τόπου κινδύνευε ν’ απωλεσθεί. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημαντική συνεισφορά/προσφορά της στην περίσωση τοπίων που στη λαίλαπα του μεταπολεμικού πυρετού της αντιπαροχής είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση ή θα διατίθεντο προς αξιοποίηση κι εκμετάλλευση, και υπόκειντο σε καταστροφή. Μπορεί η Κοσμητεία να μην είχε λόγο αποφασιστικό κι εκτελεστική δυνατότητα, όμως η συμβουλευτική επιρροή της, όπως ακόμα και οι εκκλήσεις της σε σχέση με το τοπίο, από τα μέλη της που αποτελούσαν προσωπικότητες της ελληνικής κοινωνίας και του επιστημονικού κόσμου (Άγγελος Σιάγας, Δημήτριος Πικιώνης, Αριστομένης Προβελέγγιος κ.ά.), καθίστατο φορές σημαντική για την προστασία του ελληνικού τοπίου.[5]

Μια διάδοχος θα λέγαμε κατάσταση της Κοσμητείας, σε σχέση με το τοπίο και την προστασία του, με ολωσδιόλου βεβαίως άλλα χαρακτηριστικά και προσανατολισμούς, κι έχουσα πια θεσμικό ρόλο, αποτέλεσε πολλά χρόνια μετά η Εθνική Επιτροπή για το Τοπίο. Αυτή προέκυψε μετά την κύρωση της Σύμβασης για το Τοπίο από το ελληνικό κοινοβούλιο, που έγινε με το νόμο 3827/2010 (ΦΕΚ Α΄/30), και συγκροτήθηκε με υπουργική απόφαση στις 28-1-2011. Ήταν δεκαμελής και ο ρόλος της ήταν, α) η εισήγηση των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων και τροποποιήσεων όπου απαιτείται, καθώς και προτάσεων για τη λήψη αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, β) Η σύνταξη προδιαγραφών με στόχο την ανάθεση μελετών και προγραμμάτων για το τοπίο, γ) Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή πολιτικών για το τοπίο με στόχο την προστασία, τη διαχείριση και τον σχεδιασμό του μέσω της υιοθέτησης ειδικών μέτρων τα οποία έχουν προσδιορισθεί στην ευρωπαϊκή Σύμβαση, δ) Η ένταξη πολιτικής προστασίας για το τοπίο στο χωρικό σχεδιασμό σ’ εθνική, περιφερειακή και τοπική κλίμακα, στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό και στις τομεακές πολιτικές, ε) Η δημιουργία τυπολογίας των ελληνικών τοπίων και δεικτών τοπίου, ανάλυση των χαρακτηριστικών του, διάγνωση και αξιολόγηση του δυναμικού μετασχηματισμού του.

Η παραπάνω επιτροπή λειτούργησε μόνο για ενάμισι έτος από τη συγκρότησή της, και μετά σταμάτησε τυπικά το έργο της λόγω «μη αντικατάστασης των παραιτηθέντων μελών». Ενώ παρήγαγε κάποιο σημαντικό έργο, όπως την ένταξη της διαχείρισης του τοπίου στις μελέτες για την επικαιροποίηση των Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, όπως και την ένταξη της έννοιας του τοπίου στην αναθεώρηση του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας/Αττικής, εντούτοις δεν ασχολήθηκε με τα βασικά ζητήματα που απασχολούν το τοπίο, κι έχουν να κάμουν με την εκπόνηση μελέτης βάσης για την τυπολογία του τοπίου, τη δημιουργία δεικτών τοπίου, τη δημιουργία βάσης δεδομένων για το τοπίο, την εισήγηση ειδικού θεσμικού πλαισίου προστασίας του τοπίου κ.ά. Αναφέρεται, ως συγκριτική διαπίστωση ότι, ενώ η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες στην Ευρώπη που υπέγραψε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, εντούτοις χρειάσθηκε μια δεκαετία για να την κυρώσει, με το νόμο που προαναφέρθηκε, ενώ, από την άλλη μεριά, κράτη με τοπιακή κουλτούρα και περιβαλλοντική συνείδηση, εφαρμόζουν από πολλές δεκαετίες πριν προγράμματα και λαμβάνουν μέτρα για το τοπίο, χωρίς ν’ απαιτηθεί η κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης γι’ αυτό˙ που παρόλα ταύτα στην περίπτωση της Ελλάδας, και πάλι δεν υπάρχει η απαιτούμενη προστασία! Αναφέρεται ως παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία κι ειδικότερα το Λονδίνο, που προστατεύει το αστικό του τοπίο αποφαινόμενη ως προς αυτό ειδική επιτροπή, η οποία δεν επιτρέπει την κατεδάφιση των παλαιών βικτωριανών κτηρίων, που αξιοποιούνται διατηρούμενα, και δεν επιτρέπει επίσης την ψηλή δόμηση για να μην ανατραπεί η ρυθμική κλίμακα της πόλης (για το λόγο αυτό, λόγω δηλαδή της έλλειψης καθ’ ύψος χώρου για δόμηση, εξαιτίας της σχετικής απαγόρευσης, οι Λονδρέζοι επεκτείνονται υπογείως, οικοδομώντας σε βάθος, διατηρώντας έτσι την απαιτούμενη κλίμακα ύψους).

Το «ελληνικό τοπίο» αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έννοιας με την ονομασία «μεσογειακό τοπίο», με την οποία δηλοποιείται το τοπίο που χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο γεωγραφικά χώρο, τη μεσογειακή λεκάνη, και τ’ οποίο εμφανίζει κοινά τοπιακά χαρακτηριστικά (δεν αναφερόμαστε στις −ανά τον κόσμο− περιοχές με μεσογειακό τύπο κλίματος –την Καλιφόρνια, τη Χιλή, τη Νότια Αυστραλία κ.ά.–, αλλά στις περιοχές του γεωγραφικού χώρου της Μεσογείου). Το ελληνικό τοπίο ξεχωρίζει ως κατηγορία του μεσογειακού για τα πολιτιστικά, ιστορικά, αρχιτεκτονικά, οικολογικά, φυσιογνωμικά στοιχεία που το ιδιαιτεροποιούν, όπως εξάλλου συμβαίνει και με αντίστοιχα άλλα τοπία περιοχών της Μεσογείου, που, βάσει των χαρακτηριστικών τους, σημαίνονται με ξεχωριστή ταυτότητα.

Το ελληνικό τοπίο μεθερμηνεύεται στην αντίληψη του θεωρού κι εγγράφεται ως ιδέα, ως απόδοση του ιστορικού, του φυσικού, του κοινωνικού, του πολιτιστικού βάθους του τόπου, με το κοίταγμα της ζωής και της πορείας του Έλληνα σε αυτόν. Εξηγείται σε δεύτερες σκέψεις, σε ύστερες θεωρήσεις, όταν έχει κατανοηθεί η σημασία και η αξία του. Γι’ αυτό κι απαιτεί βλέμμα σκεπτικό, «γυμνασμένο», που θα το διαισθανθεί και θα το δει στο παραπέρα του. Αλίμονο, όμως εάν απλά βλέπεται, αν δεν ιδώνεται βαθιά και προσπερνιέται, εάν ζητείται στο φακό να κοντοσταθεί κι αποτυπωθεί μόνο ως φωτογραφική μνήμη: τότε χάνεται στο ασύμπαντον της ζήσης, στη σάστιση και την αλλοτρίωση της κοντοζωής, καθώς γένεται αθεώρητο και στέκεται παράταιρο κι αγνοημένο. Μπορεί νάχει ασχημίες, απώλειες, κακοδαιμονίες, και τούτα να το χαρακτηρίσουν αρνητικά και να το καθιστούν απόκοιτο.

Όμως όχι, τούτα δεν είναι τα συστατικά του, ούτε τα δυνάμενά του. Έχει άλλα, βαθύτερα, για να θεωρηθεί˙ είναι η ζωντανή αίσθησή του, η εγερτική μεθεκτικότητα στο σύντονό του, τ’ ολοδύναμο σύμπαν του, η «μάνα» πρωτογένειά του που συγκινεί, το ασύλληπτο ψυχόρμητο της ζωής που δονεί, ο αγώνας της ωραιότητας που διάγει (έστω κι αν το βάλλει ο κακοδαίμονας Νεοέλληνας με την ασκημία…)· είναι τα υπερούσια στοιχεία του που το υπερκοσμούν και το κραταιούν! Όλα τούτα το κάμνουν σύστολο κι ολόζωο˙ το κάμνουν διαρκές κι ολόχαρο. Γι’ αυτό και ο Αμερικανός ιστορικός Γουίλιαμ Μακ Νηλ (William H. McNeill) σημείωνε το 1978 στο σημαντικό έργο του «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» τα εξής: «Όσο σημαντικές κι αν είναι οι αλλαγές στην ελληνική οικονομία, δεν είναι αρκετές για να μεταβάλλουν ολοκληρωτικά το τοπίο».[6]

Έγραφα, έχοντας τα παραπάνω κατά νου, στο πόνημά μου «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…»:  «Τι, αλήθεια, ήταν εκείνο που ώθησε το Γάλλο ζωγράφο Antoine – Louis Castellan το έτος 1808 να προτρέψει τους τοπιογράφους του κόσμου να επισκεφτούν τη χώρα μας, όταν είπε: “Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…”; Ποια στοιχεία του ελληνικού τοπίου το κάμουν να ξεχωρίζει, το κάμουν ιδιαίτερο –αν θέλετε μοναδικό; Μήπως η σκιά της Ακρόπολης πάνω στην αποκαμωμένη Αθήνα; Μήπως η απλωσιά του ελαιώνα της Άμφισσας στα πόδια του Δελφικού μαντείου; Μήπως το κρινάκι στο βράχο του Ακροκόρινθου, το φρύγανο στην ερμόνησο, το πεύκο στην αττική γη; Μήπως το λαμπρό ελληνικό φως πα σε χαλάσματα, σ’ ερείπια, σε μνημεία; Την απάντηση στα ερωτήματα αυτά (αν δεν τα δούμε ως ρητορικά), δίνει ο Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας Μωρίς Μπαρρές (Maurice Auguste Barrés) – (αναφέρεται στο Λακωνικό τοπίο): “…Μπορώ να πω με μια λέξη, την ωραιότερη σε όλη τη Δύση, τι αισθάνθηκα πάνω απ’ όλα σ’ αυτό το φημισμένο τοπίο: μεγαλοφροσύνη” (“Le voyage de Sparte”, Juven 1906). Και ο Στήβεν Ράνσιμαν (Steven Runciman) έλεγε για το Λακωνικό τοπίο: “Η ομορφιά της Ελλάδας έγκειται στην αντίθεση, αντίθεση ανάμεσα σε απότομα ακρωτήρια και γαλάζιους κόλπους, και ανάμεσα σε άγονες βουνοπλαγιές και εύμορφες κοιλάδες. Πουθενά αλλού η αντίθεση δεν είναι τόσο έντονη, όσο στην κοιλάδα της Σπάρτης, τη Λακεδαίμονα, την ¨κοίλη Λακεδαίμονα¨ της ομηρικής εποχής” (Runciman St., “Mistra”, Thames & Hudson 1980, σελ. 7). Ο δε Στρατής Μυριβήλης, μπρος στη μεγαλοπρέπεια του Ταΰγετου, αναφωνούσε εκστασιασμένος: “Να όλο το νόημά σου Ελλάδα!”».[7]

Η Ελλάδα είναι μια σύνθεση τοπίων, ένας πίνακας εικόνων, τόπων, μορφών, ζωών, που απεικονίζει το ελληνικό γίγνεσθαι, δηλαδή το πώς πλάσθηκε η ελληνική γη και συγκροτήθηκε ο ελληνικός τρόπος ζωής. Ιδού λοιπόν γιατί είναι ιστορία το τοπίο και γιατί συναρπάζει η ανάγνωσή του, διότι μπορεί διά της θεωρήσεώς του κι αποδίδει τη δημιουργία του, τον τρόπο που εννοείται. Αυτός αποτυπώνεται στα ελληνικά τοπία, που μπορεί να είναι ιστορικά, φυσικά, κοινωνικά, πολιτιστικά˙ πάντως τοπία πλασμένα στο δυνάμενο της ελληνικής γης ως σύνθεση πράξης και προοπτικής. Τοπία της θάλασσας και του βουνού, του κάμπου και του βράχου, της γυμνής γης και της σύμπυκνης από βλάστηση, τοπία νησιωτικά κι ορεινά, άνυδρα και βρόχινα, γόνιμα κι άγονα· μια ποικιλομορφία τόπων, ένα μωσαϊκό χρήσεων, ένα σύστημα συνδυασμένης πλούσιας ζωής –λόγω του πολυώδυνου και συγκλονιστικού βίου του κοινωνού Έλληνα.

Το ελληνικό τοπίο μπορεί να μην «κοιτιέται» στην πρώτη του εντύπωση, διότι δε λογίζεται στο ολίγο του, στο μικρό του, στο λιτό του, διότι δεν υπολογίζεται στη δύναμή του να πνοεί στην τέτοια του «μικρά» κατάσταση. Και τούτο διότι δεν έχουν αξία το μικρό, το λεπτό κι ολίγο, το λιανό, το θεωρούμενο άγονο, το τρόγυρα τραχύ κι άγριο −στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τοπίο−, μπρος στο άφθονο, στο ξέχειλο, στο πληθωρικό, στο ιδανικευμένο, που ως «προσόντα» του τόπου θεωρούνται στο πρότυπο της νεοζωής, αποτελούντα στοιχεία της πλήσμονης ζωής που επιζητείται.

Το ελληνικό τοπίο αγνοείται όταν εκτιμάται με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Δεν έχει μπόι, δεν έχει πλούτο «πλούσιο», δεν προκαλεί και δεν εξάπτει. Έχει μύχια ομορφιά κι ενέργεια ξεταστική, πλούτο εσωτερικό και διάπυρο, εκφρασμένο μικρογραφικά –γι’ αυτό κι είναι ανείδωτος–, έχει αύρα θετική προκύπτουσα από τη γονιμοποιό αρχή της δημιουργίας. Είναι τοπίο διαισθητικό, συνθετότερο του σύνθετου της πλησμονής, καθώς είναι τοπίο της απειροσύνθετης απλότητας. Γιατί το τοπίο το ελληνικό θέλει περπατηξιά και γέψη της γης για να κατανοηθεί, θέλει σπουδή κι αίσθηση, θέλει πνεύμα, ίδρω κι έγνοια˙ καθώς, βιωματικό είναι κι όχι εικονοπλαστικό. Έχει ρυτίδες και ρόζους, κι όχι ωραιοτεχνίες και σχεδιαστικά μορφώματα −έχει και τέτοια, μα με ξεχωριστό κοίταγμα και με βλέμμα ασκημένο θεωρημένα. Έχει «πρασινάδα λυγισμένη με άνεμο και λόγο» (από το «Διόνυσο», Οδυσσέας Ελύτης), κι όχι «θάλασσες από αδιάφορο μονότονο πράσινο και απρόσωπες πολιτείες, ξένες, μακρινές…» (από τη «Μετοικεσία», Γιώργος Αργυρός). Η νοιώση του είναι το κέρδισμα από αυτό, είναι η αποκόμιση της αξίας του γιομάτου από ιδέα βλέμματος. Είναι η απόλαψη του βιωμένου τόπου, που τον κάμει πάγκοσμο και φτιάχνει τον θεωρό οικείο του, σε σημείο που τον δένει μητρικά με αυτόν (όπως ο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης μάς λέγει στο ποίημά του του προοιμίου).

(απόσπασμα από το βιβλίο “Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κόντογλου Φ., «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001, σελ. 110.

[2] Καζαντζάκης Ν., «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδόσεις Καζαντζάκη (Νίκη Σταύρου), Αθήνα 2015, σελ. 203-204.

[3] ο.π., σελ. 204-205.

[4] Chekwas S., «Το θαύμα να νοιώθεις… Έλληνας! Δέκα συναντήσεις με την Ελλάδα», εκδόσεις Μπαζαίος, Αθήνα 2004, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

[5] Η Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων ιδρύθηκε το 1957 και λειτουργούσε στα πλαίσια του Τεχνικού Επιμελητηρίου αποτελούμενη από διαπρεπείς προσωπικότητες. Προήλθε από μετεξέλιξη της αρχικώς συγκροτηθείσας (το έτος 1953) Επιτροπής Προστασίας του Ελληνικού Τοπίου, που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία επιφανών πνευματικών Ελλήνων (αρχιτεκτόνων, αρχαιολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, εικαστικών καλλιτεχνών κ.ά. ) Αυτή εξέδωσε Ψήφισμα για το ελληνικό τοπίο κι ανέλαβε διάφορες δράσεις. Πρωταρχικός στόχος της Κοσμητείας ήταν η διάσωση και διατήρηση της φυσικής και ιστορικής αξίας του ελληνικού τοπίου, η συνειδητοποίηση της κοινής γνώμης, οι προτάσεις μέτρων και η παρότρυνση των αρμοδίων φορέων σε τοπιακά ζητήματα. Στην περίοδο της ενεργής δράσης της Κοσμητείας συντελέστηκαν σημαντικά έργα που είχαν σχέση με τη διαφύλαξη τόπων και την ανάδειξη τοπίων, όπως τα έργα διαμόρφωσης των λόφων της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου, η διαμόρφωση του Λυκαβηττού, με την τοπιακή ενσωμάτωση στο περίγραμμά του τού πρωτοποριακού ανοιχτού θεάτρου του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου κ.ά. Παρέμβηκε επίσης καθοριστικά σε πολλές περιπτώσεις κι ασχολήθηκε με θέματα όπως η λατόμηση στην Πεντέλη, η αποξήρανση της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, η κατασκευή του ουρανοξύστη στην Αθήνα, η τοποθέτηση και κατασκευή του Ολυμπακού Σταδίου, η οικοπεδοποίηση της «Κοίλης» κ.ά.

[6] McNeill W. H., «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, επιμέλεια – διόρθωση: Αλέξανδρος Καρατζάς, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017, σελ. 19.

[7] Καπετάνιος Αντ., «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…», εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2009, σελ. 13.

 

Η Ιστορία του Ισθμού της Κορίνθου από την αρχαιότητα ως σήμερα



Η "Άφνειος Κόρινθος"

Η «΄Αφνειος Κόρινθος» υπήρξε από την αρχαιότητα μια από τις πιο σημαντικές πόλεις του τότε γνωστού κόσμου, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας.... Η γεωγραφική της θέση την ανέδειξε σε σπουδαίο Ναυτικό, Εμπορικό και Πολιτιστικό κέντρο. Το πέρασμα του Ισθμού και η παράκαμψη του Κάβου Μαλέα απασχόλησε από πολύ νωρίς τους ναυτιλλόμενους.

Η δυσκολία της μεταφοράς των εμπορευμάτων δια ξηράς με τη μέθοδο της μεταφοράς τους ώθησαν τον Τύραννο της Κορίνθου, Περίανδρο, να κατασκευάσει τον περίφημο δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, ντυμένο με ξύλα πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής εκείνης αλειμμένα με λίπος και περνούσαν τον Ισθμό από την μια ακτή στην άλλη. Υπήρχε μάλιστα και μια ειδική λέξη γι’ αυτή τη διαδικασία μεταφοράς των πλοίων. Έλεγαν ότι τα πλοία υπέρ-ισθμίζοντο, δηλαδή διείλκοντο δια μέσου της ξηράς από τη μια θάλασσα στην άλλη, ενώ τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με υποζύγια.
Βέβαια για το πέρασμα αυτό τα πλοία πλήρωναν πανάκριβα τέλη (διόδια) που ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της Κορίνθου.




Οι πρώτες σκέψεις για την τομή του Ισθμού

Από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων προκύπτει ότι ο πρώτος που σκέφθηκε την διάνοιξη του Ισθμού ήταν ο Τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος, ένας από τους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας, γύρω στο 602 Π.Χ. γρήγορα όμως εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, ύστερα από το Χρησμό της Πυθίας που έλεγε « Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ’ ορύσσετε». «Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ’ εβούλετο».

Το πιθανότερο είναι ότι ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς των διαφόρων ναών, που φοβήθηκαν ότι, διανοίγοντας τον Ισθμό, θα έχαναν τα πλούσια δώρα και αφιερώματα των εμπόρων, που δεν θα είχαν πια λόγο να μένουν στην Κόρινθο. Ο βασικός όμως λόγος που ανάγκασε τον Περίανδρο να εγκαταλείψει το σχέδιο του δεν ήταν η Θεϊκή οργή αυτή καθαυτή, αλλά οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες εκτέλεσης του έργου και τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που επιθυμούσε να διατηρήσει την προνομιούχο θέση της ως «κλειδούχος» του διαμετακομιστικού εμπορίου της Μεσογείου.



Άλλωστε, η συνέχιση του «περάσματος» των πλοίων δια της «διόλκου» δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην Κόρινθο, διότι τα τότε πλοία ήταν μικρών διαστάσεων (τριήρεις) και η μυϊκή δύναμη των δούλων και των ζώων της εποχής ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό

Τρεις αιώνες μετά τον Περίανδρο, το 307 Π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ΄ εφαρμογή το ίδιο σχέδιο τομής του Ισθμού, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, όταν οι Αιγύπτιοι Μηχανικοί, που έφερε γι’ αυτό το σκοπό, τον διαβεβαίωσαν ότι η διαφορά της στάθμης του Κορινθιακού από τον Σαρωνικό ήταν τέτοια που, με την τομή του Ισθμού, τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια την καταπόντιση της Αίγινας και των γειτονικών νησιών και ακτών.




Κατά την Ρωμαϊκή εποχή, δηλαδή μετά από 2,5 Αιώνες, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 Π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 Π.Χ. κάνουν σχέδια τομής του Ισθμού, τα οποία όμως εγκαταλείφθηκαν για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους.Στα σχέδια αυτά βασίσθηκε ο Νέρωνας, όταν αποφάσισε το 66 Μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 Μ.Χ. και από τις δυο άκρες ( Κορινθιακό – Σαρωνικό), και χρησιμοποιήθηκαν τότε χιλιάδες εργάτες. Την έναρξη των εργασιών έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στις 28 Νοεμβρίου, δίδοντας το πρώτο χτύπημα στη γη του Ισθμού με χρυσή αξίνα. Οι εργασίες εκσκαφής είχαν προχωρήσει σε μήκος 3.300 μ., σταμάτησαν όμως, όταν ο Νέρωνας αναγκάστηκε να γυρίσει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα.
Τελικά, με το θάνατο του Νέρωνα – που συνέβη λίγο μετά την επιστροφή του – το έργο εγκαταλείφθηκε. Το πόσο σοβαρή και μελετημένη ήταν η προσπάθεια του Νέρωνα αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κατά την οριστική διάνοιξη της διώρυγας, στους νεότερους χρόνους, βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του.

Μετά τον Νέρωνα, ο Ηρώδης ο Αττικός προσπάθησε να διανοίξει τη διώρυγα, αλλά οι προσπάθειες του, όσο και των Βυζαντινών αργότερα, σταμάτησαν αμέσως. Μετά από αιώνες, οι Ενετοί προσπάθησαν να διανοίξουν τον ισθμό ξεκινώντας τις εκσκαφές του από τον Κορινθιακό αυτή τη φορά. Οι μεγάλες όμως δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν σχεδόν αμέσως στη διακοπή των εργασιών.





Τα προκαταρκτικά της διόρυξης

Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της Βιομηχανικής εποχής. Οι συνθήκες για τη διόρυξη του Ισθμού ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό. Τo κονδύλι όμως των 40 εκατομμυρίων



χρυσών φράγκων που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης, κρίθηκε αναγκαίο για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι η προσπάθεια του κυβερνήτη Καποδίστρια εγκαταλείφθηκε.

Με την Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα και 2400 χρόνια από την εποχή του Τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, η Τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από την μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στην διεθνή ναυτιλία και κατ’ επέκταση στο διεθνές εμπόριο. Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).

Μετά από τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869), η Κυβέρνηση Ζαΐμη, το Νοέμβριο του 1869, έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και ψήφισε το νόμο της « περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα η κυβέρνηση να παραχωρήσει σε εταιρεία η ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμεταλλεύσεως της διώρυγας της Κορίνθου. Τελικά το 1881 το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ μαζί με το προνόμιο εκμεταλλεύσεως της



διώρυγας για 99 χρόνια. Ο Τύρρ, ένα χρόνο μετά την κατακύρωση του έργου, συνέστησε ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία «Διεθνής Εταιρεία της θαλασσίου Διώρυγας της Κορίνθου».
Με τη σύμβαση αυτή και ύστερα από διάφορες τροποποιήσεις, οι διαστάσεις της διώρυγας καθορίστηκαν τελικά σε 22μ. πλάτος στον πυθμένα, 24 μ. στην επιφάνεια της θάλασσας και βάθος 8 μ.

Έναρξη εργασιών διορύξεως του Ισθμού

Η έναρξη των εργασιών έγινε στις 23.4.(5.5.) 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β.





Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Τελικά προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας σαν η πιο σωστή και οικονομική, σε μήκος 6.300 μ. Ύστερα όμως από 8 χρόνια, το 1890, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της – εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της – και τελικά διαλύθηκε.
Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε Ελληνική εταιρεία με την επωνυμία « Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Α. Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο.




Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος με την χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των
τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής πραγματοποιήθηκε μετά 11 χρόνια με εξόρυξη 12 εκατ. κυβικά χωμάτων. Έτσι στις 25.7.(7.8.) 1893 έγιναν τα εγκαίνια με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.

Εκτός από τα κρηπιδώματα, που στηρίζουν το υποθαλάσσιο τμήμα της διώρυγας, είχε γίνει επένδυση και των πρανών σε επιφάνεια 30.000 τετραγωνικών μέτρων. Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου, σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της Διώρυγας στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχθηκαν για την κατασκευή της Διώρυγας έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών, που κόβονται από δεκάδες ρήγματα με κατεύθυνση από Ανατολών προς Δυσμάς και με οξεία γωνία σχετικά με τον άξονα της Διώρυγας. Αυτή η ιδιόμορφη γεωλογική σύσταση είχε



σαν συνέπεια καταπτώσεις κατά καιρούς μεγάλων όγκων χωμάτων, με αποτέλεσμα να παραμείνει η Διώρυγα κλειστή για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της μέχρι το 1940, οι διάφορες καταπτώσεις προκάλεσαν το κλείσιμο της Διώρυγας για διάστημα 4 χρόνων. Η σημαντικότερη από τις καταπτώσεις αυτές έγινε το 1923 οπότε κατέπεσε όγκος χωμάτων 41.000 κυβικών μέτρων- και κράτησε τη Διώρυγα κλειστή για 2 χρόνια.

Επίσης μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της Διώρυγας έγινε το 1944 και οφείλεται σε ανατίναξη των πρανών που προκάλεσαν οι Γερμανοί φεύγοντας. Κατέπεσε τότε όγκος 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων, οι δε εργασίες εκφράξεως κράτησαν 5 χρόνια (1944-1949).Ας σημειωθεί ότι πριν από την ανατίναξη οι Γερμανοί έριξαν στη Διώρυγα σημαντικό αριθμό σιδηροδρομικών οχημάτων, για να δυσχεράνουν το έργο της έκφραξης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, διήρκεσε 5 χρόνια.




Η «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» εκμεταλλεύτηκε τη διώρυγα μέχρι το 1906, οπότε, από οικονομική αδυναμία, αναγκάστηκε να την εκποιήσει και, ύστερα από πλειστηριασμό, την ανέλαβε η Εθνική τράπεζα, που ίδρυσε την « Νέαν Ανώνυμον Εταιρείαν της διώρυγας της Κορίνθου».Από την 1η Νοεμβρίου 1980 η εκμετάλλευση της διώρυγας περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο, το οποίο συνέστησε Κρατική εταιρεία, με την επωνυμία « Ανώνυμος Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου».

Τον Ιανουάριο του 2001, του Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας πραγματοποίησε διεθνή διαγωνισμό για την ανάδειξη Παραχωρησιούχου ο οποίος θα αναλάμβανε, μέσω Σύμβασης Παραχώρησης, για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, την άσκηση και εκμετάλλευση των Δικαιωμάτων της Διώρυγας Κορίνθου. Η Εταιρεία Sea Containers Services Ltd υπέγραψε στις 18.05.2001, μέσω της Περίανδρος Α.Ε., της Ελληνικής εταιρείας που ίδρυσε για το σκοπό αυτό, τη Σύμβαση Παραχώρησης για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων της Διώρυγας Κορίνθου με την Α.Ε.ΔΙ.Κ. Η Σύμβαση Παραχώρησης τέθηκε σε ισχύ την 10η Σεπτεμβρίου 2001 και από τότε η Περίανδρος Α.Ε. διαχειρίζεται τη Διώρυγα της Κορίνθου καθώς και την ακίνητη περιουσία αυτής.




Σημασία της διώρυγας σήμερα

Η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί πλοία όλων των εθνικοτήτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο περνούν τη διώρυγα 12.000 πλοία 50 και πλέον διαφορετικών εθνικοτήτων.

Πάμπλο Πικάσο: ‘Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε την αλήθεια’

“Όλοι θέλουν να καταλάβουν τη ζωγραφική. Γιατί δεν προσπαθούν να καταλάβουν το κελάηδημα των πουλιών; Τους αρέσει η νύχτα, ένα λουλούδι, τόσα πράγματα γύρω τους, χωρίς να τα καταλαβαίνουν. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουν τη ζωγραφική;”

Ο Πάμπλο Πικάσο (25-10-1881–1973) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Μία καλλιτεχνική ιδιοφυΐα που κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Δημιουργός του κυβισμού και του κολάζ, δύο στυλ που επηρέασαν τους ζωγράφους των γενεών που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα. Είναι γνωστός σε όλους για τα έργα του, το μοναδικό
του στυλ και την πρωτοπορία του. Ενώ η τέχνη του φαίνεται αρχικά ιδιαίτερα περίπλοκη, τα θέματα των έργων του είναι συνήθως πολύ απλά, όπως η ειρήνη, η αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η καθημερινότητα και η φύση των ανθρώπων. Με τις τεχνοτροπίες του κατάφερε να τα κάνει κατανοητά στους ανθρώπους και να τα θυμούνται όσος καιρός και αν περάσει. Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ' όλα ζωγράφος, εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα.

Αν και θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του μοντέρνου κινήματος, το πλήθος των διαφορετικών στυλ που χαρακτηρίζει το έργο του κάνει δύσκολη την κατάταξή του σε συγκεκριμένο ρεύμα. Ο Πικάσο είναι ένας από τους παραγωγικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Για τους λόγους αυτούς τα πολυάριθμα έργα του χωρίζονται σε περιόδους:
Η Γαλάζια Περίοδος (1901–1904) χαρακτηρίζεται από τη χρήση γαλάζιων και γαλαζοπράσινων τόνων, συναισθηματική φόρτιση και θέματα όπως πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες.
Στη Ροζ Περίοδο (1904–1906) κυριαρχούν οι γήινοι και ρόδινοι τόνοι και μια πιο αισιόδοξη διάθεση, ενώ τα κύρια θέματά του γίνονται οι ακροβάτες και οι αρλεκίνοι.



Στην Αφρικανική περίοδο (1906–1909) οι φόρμες είναι επηρεασμένες από αφρικανικά αντικείμενα και εξελίσσονται οδηγώντας στον κυβισμό (οι Δεσποινίδες της Αβινιόν).
Αναλυτικός Κυβισμός (1909–1912) είναι η τεχνική που δημιούργησε μαζί με τον Georges Braque στην οποία τα αντικείμενα αναλύονται σε βασικά σχήματα
Στον Συνθετικό Κυβισμό (1912–1919) χρησιμοποίησαν την τεχνική του κολλάζ για να συνθέσουν τις μορφές με τη χρήση κομματιών χαρτιού.
Από το 1920 και μετά το έργο του χαρακτηρίζεται από μια στροφή στον κλασικισμό αλλά και τον σουρεαλισμό, στη γλυπτική αλλά και τη χρήση μικτών τεχνικών ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Σημαντική θέση στο έργο του έχει η τόσο πολύτιμη και φυσικά διαχρονική αξία της ειρήνης. Ο Πάμπλο Πικάσο είναι ο δημιουργός του Περιστεριού της Ειρήνης, ζωγραφίζοντάς το και δίνοντάς του τη σημασία που έχει σήμερα. Του δίνει ζωή ξανά στον μοντέρνο πια δικό του κόσμο μέσα από μια λιθογραφία που εμφανίζεται για πρώτη φορά δημόσια στην αφίσα για το Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης, που θα λάμβανε χώρα στο Παρίσι.

Φυσικά, η Γκουέρνικα (Γκερνίκα) είναι το πιο γνωστό του έργο, εξολοκλήρου αφιερωμένο στον τρόμο του πολέμου και κατά συνέπεια στην ανάδειξη της ειρήνης. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για μια έκθεση στο Παρίσι το 1937. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Guernica της Χώρας των Βάσκων. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά. Το έργο του Πικάσο είναι μία τεράστια ελαιογραφία (3,49 x 7,77 μ.), που περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Δείχνει ένα σκηνικό θανάτου, με διαμελισμένα ζώα και ανθρώπους, γυναίκες να κλαίνε, κρατώντας νεκρά μωρά και κατεστραμμένα κτίρια. Αρχικά ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο-μαύρο και αποχρώσεις του γκρι, για να δώσει έτσι μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Πολλές φορές μετακίνησε τις φιγούρες πριν καταλήξει στην οριστική τους θέση.



“Κάθε πράξη δημιουργίας είναι πρώτα μια πράξη καταστροφής.”

Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στο Παρίσι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία το συγκεκριμένο πίνακα στον ίδιο τον Πικάσο που είχε προσαχθεί, ρωτώντας τον:
-Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;
Κι εκείνος απάντησε: -Όχι, εσείς!



Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και συγκέντρωσε το γενικό ενδιαφέρον. Μετά την επικράτηση του Φράνκο, το 1939, η Γκουέρνικα βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ). Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα μόλις αποκατασταθεί στη χώρα του η δημοκρατία. Αυτό έγινε το 1975, όταν πέθανε ο Φράνκο κι ενώ ο Πικάσο είχε φύγει από τη ζωή, δύο χρόνια νωρίτερα. Το 1981 η «Γκουέρνικα» επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης. Από το 1992 κοσμεί το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Βασίλισσα Σοφία της Μαδρίτης.


κείμενο_πωλίνα_ταϊγανίδου
επιμέλεια_τάσος_θώμογλου+εύη_μούρνου

 

Κείνες οι νύχτες!

Κείνες οι νύχτες, οι βαριές, οι χειμωνιάτικες,
που με τις θλίψεις τους, τα μάτια μας βουρκώνουν, 
κείνες οι νύχτες, οι βαριές, οι αξημέρωτες
σέρνονται μέσα μας, βαθιά και μας πληγώνουν.
 
Κείνες τις νύχτες, με βροχές και μ' αστραπόβροντα
μεν' η ψυχή μου στης αγρύπνιας της το σάλο.
Σαν το δεντρί, το μοναχό κει στα κατάραχα,
που τους βοριάδες καρτερεί και τίποτ' άλλο. 
 
(στίχοι του Κερασοχωρίτη Ευρυτάνα ποιητή Γιάννη Μεριγγούνη)

Φράγματα τελμάτων, περιβαλλοντικά εγκλήματα και «τυχηματικά γεγονότα»

Σε άρθρο του με τίτλο στο oryktosploutos.net ο Δρ Πέτρος Τζεφέρης, προϊστάμενος σήμερα της Γενικής Διεύθυνσης Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ, εκθέτει τις σκέψεις του σχετικά με τη νέα  κατάρρευση φράγματος μεταλλευτικών αποβλήτων της εταιρείας Vale SA στη Βραζιλία, που άφησε πίσω της τουλάχιστον 99 νεκρούς (σημερινή αρθρογραφία, 31-1-2019). Το άρθρο έχει τίτλο «Mining tailings dam failure in Brazil: όταν τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα…» και αναφέρεται και στο παρόμοιο «ατύχημα» που είχε σημειωθεί στην ίδια περιοχή της Βραζιλίας πριν από τρία χρόνια. Τότε είχε καταρρεύσει ένα μεγαλύτερο φράγμα τελμάτων που ανήκε σε κοινοπραξία της Vale με την BHP Billiton, προκαλώντας τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή στην ιστορία της χώρας και οδηγώντας στο θάνατο 19 ανθρώπους. Βάζουμε τη λέξη «ατύχημα» σε εισαγωγικά γιατί θεωρούμε ότι δεν πρόκειται για ατυχήματα, αλλά για τα προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα της εταιρικής απληστίας.

Το άρθρο αναζητεί τη «λύση» για να αποφευχθούν παρόμοιες τραγωδίες στο μέλλον. Και επειδή η συζήτηση αυτή ασφαλώς δεν αφορά μόνο τη Βραζιλία και τη Vale – που σαφέστατα είναι μια κατά συρροή μαζική δολοφόνος – αλλά και τη χώρα μας, έχουμε ένα ερώτημα να θέσουμε στο συγγραφέαπου κατέχει θέση ευθύνης στη «διοίκηση των ορυκτών πόρων».

Αντιγράφουμε από το άρθρο:

«Ειλικρινά δεν είμαι σε θέση να εικάσω αν οι καταστροφές αυτές θα είχαν αποφευχθεί στην περίπτωση που η νομοθεσία παγκοσμίως ήταν ακόμη αυστηρότερη (πχ αν εφαρμοζόταν παντού το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο), αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες ήταν αποτελεσματικότερες, κατάλληλα στελεχωμένες και ασκούσαν ενδελεχή εποπτικό επιτόπιο έλεγχο υποχρεώνοντας σε συνεχές monitoring και εμπεριστατωμένα σχέδια ετοιμότητας και αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης (Emergency Preparedness & Response Plan). Οπως λέει ένας πολύπειρος συνάδελφος «τα φράγματα τελμάτων πάντα θα πέφτουν, όπως και τα αεροπλάνα.. Το ζήτημα είναι εμείς να έχουμε κάνει τα πάντα ώστε να το προβλέψουμε και να το προλάβουμε…».

[…] Η λύση αυτή δεν είναι ούτε στο πρότυπο της Κίνας, ούτε σε εκείνο της Λατινικής Αμερικής. Οπου οι εταιρείες υποκρίνονται ότι εφαρμόζουν τον νόμο και οι αρχές με τη σειρά τους υποκρίνονται ότι ελέγχουν. Ισως βρίσκεται σε μια προσαρμογή του Σκανδιναβικού μεταλλευτικού μοντέλου (γενικότερα του Ευρωπαϊκού) στο μέτρο και στο βαθμό που αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στον κάθε τόπο!

Και φυσικά όταν ο καθένας από εμάς που ασχολείται με το αντικείμενο, κάνει καθημερινά πράξη με απόλυτη σχολαστικότητα όλα τα προληπτικά μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται και τα οποία προβλέπονται στους νόμους, τις ευρωπαϊκές οδηγίες, τους κανόνες της επιστήμης και τεχνικής  αλλά και την κοινή λογική.. Ανεξαρτήτως κόστους, διότι η ασφάλεια, η υγεία και τελικά η ζωή αποτελούν υπέρτατα αγαθά, αυστηρά μη ανανεώσιμα. Οταν χαθούν, χάνονται για πάντα και για το λόγο αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο να διακυβεύονται«.

Διερωτώμαστε αν ο κ. Τζεφέρης θεωρεί ότι τηρήθηκε η αρχή της πρόληψης και επιδείχθηκε η δέουσα σύνεση και κοινή λογική κατά την αδειοδότηση κατασκευής ενός φράγματος 20 εκατομμυρίων τόνων ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ αποβλήτων όχι απλά σε μια από τις πλέον σεισμογενείς περιοχές της χώρας, τη B. Χαλκιδική, αλλά ακριβώς ΕΠΑΝΩ στο επικίνδυνο ενεργό ρήγμα. Το 1932 στο σεισμό «της Ιερισσού», το ρήγμα αυτό έδωσε σεισμό μεγέθους 7,0-7,1 Ρίχτερ και τις μεγαλύτερες επιφανειακές στατικές μετατοπίσεις που έχουν ποτέ παρατηρηθεί στον Ελληνικό χώρο. H κοινή λογική λέει ότι αυτή είναι η πλέον ακατάλληλη θέση για μια τέτοια κατασκευή – αλλά ήταν βολική για την εταιρεία λόγω μικρής απόστασης από τις δραστηριότητές της.

Xάρτης από επιστολή του καθηγητή σεισμολογίας κ. Παπαζάχου προς το Δήμαρχο Αριστοτέλη κ. Ζουμπά. Με κίτρινο χρώμα σημειώνεται η άμεση περιοχή εμφάνισης των σεισμικών στατικών παραμορφώσεων από την πιθανή μελλοντική δραστηριοποίηση του ρήγματος.

 Ο καθηγητή σεισμολογίας κ. Παπαζάχος έχει επανειλημμένως κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου: «Αδυνατώ να σκεφτώ πώς κάποιος μπορεί να προγραμματίζει την κατασκευή τέτοιων φαραωνικών κατασκευών πάνω σε ένα ενεργό ρήγμα το οποίο σε ιστορικούς χρόνους έχει δώσει τόσο μεγάλες κινήσεις. Τα φράγματα αυτά αποκλείεται να αντέξουν στα χτυπήματα ενός ισχυρού σεισμού». Ο ίδιος, με έγγραφά του προς το ΥΠΕΝ, έχει επισημάνει τραγικές τεχνικές ελλείψεις στις σχετικές μελέτες της εταιρείας, τις οποίες εκθέτει και με δημόσιες παρουσίες του. Η αναφορά στον ΧΥΤΕΑ Κοκκινόλακκα στο παρακάτω βίντεο ξεκινά από το 13:55. Σε όλα αυτά, τα πολύ συγκεκριμένα, το ΥΠΕΝ κωφεύει.

https://youtu.be/WSajW4hLJU4

Σα να μην έφτανε ο σφιχτός εναγκαλισμός του φράγματος με το επικίνδυνο σεισμικό ρήγμα, η Ελληνικός Χρυσός δήλωσε ψευδώς στη ΜΠΕ ότι η απόσταση του από το Στρατώνι είναι 3,5 χιλιόμετρα, ενώ είναι μόλις 500 μέτρα. Η εξαιρετικά μικρή απόσταση από τον οικισμό και τη θάλασσα θα έπρεπε, και αυτή, να καταστήσει απαγορευτική τη χωροθέτηση του ΧΥΤΕΑ στη συγκεκριμένη θέση αλλά το ψέμμα πέρασε απαρατήρητο. Μήπως ήταν το μόνο; Το φιάσκο με τη μέθοδο μεταλλουργίας flash smelting που έφτασε πέντε χρόνια μετά την περιβαλλοντική έγκριση απερρίφθη από το ίδιο το ΥΠΕΝ ως μη εφαρμόσιμη είναι αποκαλυπτικό του πώς εγκρίθηκε η περίφημη «επένδυση» της Χαλκιδικής: με κλειστά μάτια! Άρα το φαινόμενο οι εταιρείες «να υποκρίνονται ότι εφαρμόζουν τον νόμο και οι αρχές να υποκρίνονται ότι ελέγχουν» δεν είναι μόνο Βραζιλιάνικο ή Κινέζικο. Πολύ συχνά είναι και Ελληνικό και δεν έχει κανένα νόημα η άρνηση της πραγματικότητας.

Τώρα το ΥΠΕΝ περιμένει από τις διάφορες επιτροπές ελέγχου να βεβαιώσουν την ασφάλεια του ΧΥΤΕΑ Κοκκινόλακκα στο κατασκευαστικό κομμάτι. Δεν είναι ασήμαντο κι αυτό, γιατί η εταιρεία δεν τήρησε ούτε τις δικές της μελέτες και έκανε ο,τι ήθελε και ο,τι τη βόλευε: άλλαξε τη μέθοδο στεγάνωσης του πυθμένα, δεν λιθογόμωσε την παλιά εγκαταλελειμμένη στοά που βρίσκεται κάτω από το χώρο απόθεσης και δεν ενσωμάτωσε στο κατάντι φράγμα πυρήνα από αδιαπέραστο υλικό όπως προέβλεπαν οι μελέτες. Το ΥΠΕΝ επέτρεψε στην εταιρεία να προχωρήσει και να ολοκληρώσει την κατασκευή δίνοντας ταυτόχρονα παράνομες προσωρινές άδειες λειτουργίας, ενώ ήταν γνωστές οι παραβάσεις.

Το βασικό πρόβλημα του φράγματος Κοκκινόλακκα που είναι η κακή επιλογή θέσης λόγω υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας δεν εξετάζεται και δεν συζητείται πλέον. Η Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων του 2011 θεωρείται σε κάθε περίπτωση καλώς καμωμένη. Το ΥΠΕΝ έχει βολευτεί αναπαυτικά στις διαβεβαιώσεις της Ελληνικός Χρυσός περί της σεισμικής επάρκειας του φράγματος με τα επικίνδυνα απόβλητα και σε βολικές ατεκμηρίωτες εικασίες συνεργαζόμενων με αυτήν καθηγητών. Στην απάντησή της στις παρατηρήσεις του κ. Παπαζάχου, η εταιρεία χαρακτηρίζει «τυχηματικό γεγονός» τον σεισμό των 7,0 Ρίχτερ, προσπαθώντας να αποφύγει τα εξαιρετικά δυσμενή για το φράγμα αποτελέσματα των δικών της σεισμικών μελετών, τα οποία χαρακτηρίζει «μη-ρεαλιστικά»!!! Με ποιους νόμους, οδηγίες, κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής είναι σύμφωνη αυτή η τουλάχιστον απερίσκεπτη – στην πραγματικότητα εγκληματική – αντιμετώπιση ενός υπαρκτού και εξαιρετικά σοβαρού κινδύνου;

Το ΥΠΕΝ δεν κοινοποίησε την απάντηση της εταιρείας στον κ. Παπαζάχο. Για το έργο του Κοκκινόλακκα το αρμόδιο Υπουργείο δεν τολμάει να κοιτάξει στα μάτια όχι μόνο τους πολίτες αλλά ούτε τους ειδικούς επιστήμονες.

Απόσπασμα από «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε. – Χώρος απόθεσης αποβλήτων Κοκκινόλακκα Γεωτεχνική Μελέτη, Απαντήσεις στα σχόλια των εκθέσεων-γνωματεύσεων, Ιούλιος 2016»]

Γνωρίζουμε ότι ο συγγραφέας του άρθρου είναι από αυτούς που κάνουν προσπάθειες για αλλαγή νοοτροπίας στη δημόσια διοίκηση. Διερωτώμαστε λοιπόν αν θεωρεί ότι «έχουμε κάνει τα πάντα ώστε να προβλέψουμε και να προλάβουμε» μια πιθανή κατάρρευση του φράγματος Κοκκινόλακκα που θα έχει ολέθριες συνέπειες για την ανατολική Χαλκιδική και τον κόλπο της Ιερισσού. Το ΥΠΕΝ θα έπρεπε να έχει το θάρρος να επανεξετάσει την αδειοδότηση αν υπάρχει έστω και η ελάχιστη υπόνοια ότι μπορεί να απειληθούν ανθρώπινες ζωές και περιβαλλοντικές καταστροφές. Αντίθετα, είναι έτοιμο να δώσει την οριστική άδεια λειτουργίας.

Τι θα πει το ΥΠΕΝ στους κατοίκους της περιοχής όταν γίνει ο σεισμός που η ιστορία έχει δείξει ότι μπορεί να γίνει; Ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί; Ότι ήταν όπως και ο προηγούμενος ένα «τυχηματικό γεγονός»; Ένας «μαύρος κύκνος»; Ότι δεν ήταν «ρεαλιστικό» να ληφθεί υπ’οψη αυτό το μέγεθος σεισμού στο σχεδιασμό; ‘Η αυτό που δήλωσε υπάλληλος της Ελληνικός Χρυσός στην ”Άγια Σκουριά” της ΕΡΤ-1: «απλώς, εκεί ακριβώς, θέλαμε ένα φράγμα»;

 

Γεώργιος Σουρής: «Φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα»!

«…Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει / στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα / μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει /φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα / του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα / και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα…».

Σαν σήμερα, 2 Φεβρουαρίου 1853, γεννήθηκε ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής (1853- 1919). Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Ο Ρωμηός» που εξέδιδε τον έκανε γνωστό και άφησε εποχή με τα σατιρικά του ποιήματα. Η εφημερίδα «Ρωμηός» για πολλά χρόνια (1883 -1918), με μια μικρή διακοπή το πρώτο διάστημα, διαβαζόταν ασταμάτητα και οι απολαυστικοί στίχοι του Σουρή, που έθιγαν κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ήταν είδηση, κάθε εβδομάδα.

O Σουρής έγραψε, επίσης, έμμετρες κωμωδίες και ημερολόγια. Ο Σουρής είχε συνεργαστεί με σατιρικές εφημερίδες της εποχής («Ασμοδαίος» του Εμμανουήλ Ροΐδη, «Μη χάνεσαι!» του Βλάσση Γαβριηλίδη, «Ραμπαγάς» του Κλεάνθη Τριανταφύλλου. Αξίζει να σημειωθεί πως  υπάρχει μετάφραση του Σουρή για τις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Μάλιστα, ο Σουρής χαρακτηρίστηκε και ως ο «νέος Αριστοφάνης».

Ακολουθεί το σατιρικό ποίημα του Γεώργιου Σουρή, «Οι φόροι»

 

Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,

ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα

σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι

κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα

Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει

βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.

 

Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει

στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα

μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει

φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα

του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα

και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.

 

Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει

ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει

χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι

κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.

Τέτοιοι χωριάτες που ‘μαστε αντέχουμε εις όλα

και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.

 

Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι

και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι

Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι

και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι

Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη

κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.

 

Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει

τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία

Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει

γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία

Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος:

Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος

 

Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει

για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά

Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει

χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά

Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος

Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος – μάρτυς – ήρως

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Τι γράφει στο πίσω μέρος της παλάμης
της χώρας μας η τύχη;
Όχι, Όχι.
Το μόνο που γράφεται είναι το
ΠΛΟΥΣΙΟΤΑΤΟΝ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ,
χαραγμένο στα πρυμναία των καραβιών
με κεφαλαία Ελληνικά.
Δηλαδή χώμα και νερό.
Ελληνιστί, βράχος και θάλασσα».

(«Ο κήπος με τις αυταπάτες», Οδυσσέας Ελύτης)

Σκαλωτή γη

Το ελληνικό τοπίο ζυμώνεται, πλάθεται με πληρότη και στέρηση. Έχει σύμπαν μικρό, αλλά γιομάτο με πνεύμα και νόηση, δυναμωμένο με την προσπάθεια και τη δημιουργία. Είναι ως τέτοιο, «τοπίο μικρογραφικό». Η φύση του το θέλει έτσι, για ν’ αντέχει στις συνθήκες του. Υπόκειται στην περιοριστική αυτοσυντηρησία της μικρογραφίας, που πραγματώνεται με τη δυναμογόνα δημιουργία του μικρού και τη συνειδητή τάξη του λίγου.

Τούτο δε σημαίνει ότι υπολλείπεται, ότι υστερεί, ότι πάσχει, έναντι του τοπίου της πλησμονής, του άφθονου, του ξέχειλου. Με αρμονία κι ευρυθμία στέκει, με ομορφιά και λιγοσύνη, ταπεινό και πνοϊμένο˙ όλο έγνοια κι αψηλοσύνη· με μέτρο και σκοπό. Είναι το τοπίο που χαρακτηρίζεται για το λίγο που σου δίνει, αλλά για το πολύ που παίρνεις. Είναι το πολύμορφο, όχι σε πλάτη αλλά σε φούχτα γης. Και τούτο διότι στον μικρούλη τόπο βρίσκεις πλούτο στοιχείων που τον ανάγουν, που τον κάμνουν πλούσιο, χωρίς να είναι άφθονος· ούτε φυσικά φτωχός.

Δέστε πώς ο υψηλονόητος ποιητής αποδίδει την εικόνα τούτη της Ελλάδας:

«Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις.
Μέσα στο βράχο σύναξα
το γαίμα στάλα στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα».

(«Κυκλαδινό κυκλάμινο», Γιάννης Ρίτσος)

Την ίδια αντίληψη συναντούμε και στους παρακάτω όλο αίσθηση και ιδέα στίχους υψηλής ποιητικής:

«Στάλα νερού δε μπρίζει από το βράχο
μήτε κι ιδρώνει ιδέα δροσιάς το χώμα
κανείς νερόλακκος τριγύρω ή γούβα˙
με λάσπης καν στεγνής απομεινάρι˙
κι όμως η γης θρασομανάει ολούθε
φαρομανούν οι φράχτες μ’ άνθια πλήθια
κι η κάθε πέτρα ανθεί μουσγό χορτάρι
και μούσκουλη ο ξερόβραχος ντυμένος
χρυσάφι αναλυτό στο φως φαντάζει».

(«Χίμαιρα», Ιωάννης Γρυπάρης)

Όλα στον τόπο τον ελληνικό συμπιέζονται, συμπυκνώνονται, στριμώχνονται, για να χωρέσουν και να σταθούν. Για να φανούν στο αδιαχώρητο του μικρού, για να στέρξουν στο ολίγο οπού ποιήθηκαν. Τούτο για να επιτευχθεί, απαιτείται σοφία, πόνος, γνώση, συνείδηση, ώστε να υπάρξουν ως οντότητες, ως αξίες, ως ποιότητες, ως σύμβολα, ως πρότυπα, ως αρχέτυπα.

Απαιτείται γι’ αυτό, τούτα να συνεργήσουν, να συνεργαστούν, να «διαλεχθούν». Ο διάλογος είναι βασικός κι απαραίτητος στη «δημοκρατία της μικρογραφίας», οπού ο σεβασμός και η αίσθηση συντελούν καθοριστικά στη λειτουργία του όλου, ώστε με ισορροπία κι αρμονία να σταθεί. Γι’ αυτό και δε θα ιδείς το πολύ ή το μεγάλο στο ελληνικό τοπίο, που λογίζεται ως αντινομία στη φύση του –μπορεί και ύβρις–, γιατί είναι ανάρμοστο στην πορεία του και με τούτο χαλνιέται, γίνεται ασταθές, ετεροβαρές κι ανισόρροπο· κι εντέλει ετοιμόρροπο.

Μια τέτοια αντίληψη στη θεώρηση του τοπίου, τέτοια σκέψη γι’ αυτό, δεν υφίσταται κατά κανόνα στη μέρες μας, επειδή στις πράξεις των συγχρόνων επικρατεί η αξιοποιητική λογική του τόπου, που εντέλει, με την οικονομική λογική της εκμετάλλευσής του, μεταπίπτει σε πόρο αναλώσιμο, που δεν είναι· καθώς το τοπίο αναφέρεται στο πνεύμα του τόπου και εξ αυτού του λόγου είναι αναντικατάστατο. Τούτη η κατάσταση οδηγεί σε αποστέρηση του αγαθού (του τοπίου) και σε χάσιμο (σε απώλεια) του τόπου, λόγω της υποβάθμισής του ή της καταστροφής του −αφού, όπως προείπαμε, ο τόπος και εν προεκτάσει το τοπίο, καθίστανται με την τέτοια αντιμετώπιση, ασταθή κι ετοιμόρροπα, μη δυνάμενα ν’ αντισταθούν στη βλάβη τους ή ν’ ανταπεξέλθουν σε αυτήν.

Ο διανοητής της Ελλάδας Φώτης Κόντογλου, νοητός σε σχέση με τον τόπο και τις αξίες του, κι αντίστοιχα με τον άνθρωπο (τον Έλληνα) που τον κατοικεί στη μικρή του διάσταση, παρουσιάζει αυτόν αναφερόμενος στην ελληνική φύση, στη σωστή του απόδοση· βλέποντάς τον στο «πλούσιον της πτωχείας του»! Λέγει χαρακτηριστικά: «Πρώτα – πρώτα η φύση μας είναι “τη πτωχεία πλουσία”, δηλαδή φαίνεται απ’ έξω φτωχή, μα στο βάθος είναι πλούσια. Ένα μάτι που βλέπει μοναχά εξωτερικά και ξώπετσα δε μπορεί να νοιώσει το πνευματικό βάθος που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. Η ελληνική φύση είναι απλή και λεπτή: Βουνά που είναι σπανά τα περισσότερα, δίχως δέντρα ή με λιγοστά δεντράκια, μικρά λαγκάδια ανάμεσα στις πλαγιές, ξεροπόταμα με δάφνες, λυγαριές και λίγες ταπεινές ιτιές, κάμποι κίτρινοι, δίχως πολλές πρασινάδες, αμπέλια κατάχλωρα, ακριθαλασσιές ήμερες, νησιά πολλά και ξέρες, βράχοι σκουριασμένοι. Παντού λίγη βλάστηση, λίγος σκοίνος, μα τα λιγοστά δέντρα και τα πολλά αγριόκλαρα είναι εκφραστικά στον υπέρτατο βαθμό, λες κι είναι ζωντανά πλάσματα, με ψυχή και με μιλιά. (…) Στη φύση μας όλα είναι απλά, καθαρά, λιγοστά, όχι πλήθος που κουράζει το μυαλό. Γι’ αυτό και τα αισθήματά μας είναι τα ίδια, απλά, όσο είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και δε θέλουμε να κάνουμε τον Ευρωπαίο. Αυτή, λοιπόν, η απλότητα που υπάρχει στη φύση μας και στην ψυχή μας, είναι η πλούσια φτώχεια που είπαμε».[1]

Το πλουσιότατον του ελαχίστου πρέπει του ελληνικού τοπίου, το ολίγο που γίνεται πολύ στη σωστή θεώρησή του, κι αυτό αποτελεί την ελληνική ευδία, μια έννοια απλή βεβαίως της αίσθησης, που ως αξία πρέπει να διατηρηθεί λόγω της μεγαλοσύνης της· αφού, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, (στο ελληνικό, και δη στο αιγαιακό, τοπίο) «ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες».[2] Ο δε Νίκος Καζαντζάκης, πάντα νοός και ξυπνός σε σχέση με τον τόπο, αναφέρεται στο «καλοδουλεμένο, λιγόλογο, λυτρωμένο από τα περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο» αττικό τοπίο, όπου «η γη είναι πλούσια ντυμένη με τη γύμνια της».[3]

Αναφέρει περαιτέρω, σε σχέση με τα παραπάνω, ο, πάντα στοχαστικός κι ερευνητικός του ελληνικού τοπίου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «Το ελληνικό τοπίο δεν είναι ο μονόλογος, που συγκινεί όσους περιορίζονται σε μια τυπική γνωριμία μαζί του. Είναι ένας ασταμάτητος διάλογος. Η θέση κ’ η αντίθεση. Η κατάφαση κ’ η άρνηση. Και το αδιάκοπο ξάφνιασμα. Ένας διάλογος πλατωνικός, που οδηγεί, στο τέλος, στη σύζευξη, την ισορρόπηση και την εναρμόνιση. Αυτό είναι το νόημα της μικρογραφίας. Κι όταν μιλούμε για μικρογραφία, δε θέλουμε, φυσικά, με τούτο να πούμε, πως ζούμε σ’ ένα τόπο στενό, περιορισμένο, που μπορείς μ΄ ένα πήδημα να τον περάσεις και να βρεθείς μακριά του. Θέλουμε να σημάνουμε την πολυμορφία του. Ένα σύμπαν σε μια σπιθαμή γης. (…) Η μικρογραφία δημιουργεί μια ψυχή, που αισθάνεται εξουσιαστική την ανάγκη της αλλαγής. Εδώ πέρα δεν υπάρχει ο απέραντος κάμπος, να ταξιδεύεις νύχτα και μέρα και να μην τελειώνει, δεν υπάρχουν τα μεγάλα ποτάμια, δεν υπάρχουν τ’ αδιάκοπα ψηλά βουνά. Τα πάντα μοιάζουν απεικάσματα…»[4]

Το μικρογραφικό χαρακτηριστικό του ελληνικού τοπίου δεν εντοπίζεται μόνο, όπως λανθασμένα νομίζεται, στο σκληρό τόπο των νησιών μας, κει οπού απαιτήθηκε να στριμωχθεί η ζωή για να σταθεί, για να δηλωθεί και να υπάρξει, αλλά παρατηρείται και στην ηπειρωτική ορεινή χώρα, την επίσης σκληρή κι αγρία, με τους στενεμένους από τα βουνά και τα δάση (όπου υφίστανται) ορίζοντες. Και στην αφθονία της βλάστης λοιπόν η μικρογραφία… Και κει, ίδια με τα νησιά μαζεύτη ο οικισμός, οργανώθη με μέτρο η δραστηριότητα στη γη και λογίσθη η ανθρώπινη πράξη κατά την ανάγκη. Πουθενά σπατάλη γης, πουθενά ενέργεια α(συλ)λόγιστη. Το παρελθόν δίδαξε στους διαχειριστές του στενεμένου τόπου να στέκονται με σεβασμό σε αυτόν και με σύνεση να πράττουν. Τα παθήματα που «μείωσαν» τον τόπο, τους έκαμαν σοφότερους. Και δεν ενήργησαν κατόπιν αλλότρια, μακριά από τη γη και τις αξίες της. Συνειδητοποίησαν ότι μόνο ο στέρεος τόπος θα τους κρατήσει όρθιους, θα τους κάμει δυνατούς και πλέριους, ικανούς να παράξουν χωρίς να υποβαθμίσουν ή να καταστρέψουν. Τους βλέπουμε έτσι ν’ ακολουθούν πρακτικές αειφορικής διαχείρισης της γης, να υποστηρίζουν εμπειρικές πολιτικές ανάπτυξης του τόπου βασισμένες στη διατήρηση του τοπίου ως φυσικού αγαθού, να υπερασπίζονται σθεναρά το λίγο του παράδεισου που έφτιαξαν για να υπάρξουν.

Και τούτο διότι έχει καταστεί ξεκάθαρο σε αυτούς που βλέπουν τον τόπο συνειδητά, ότι το περιβάλλον όπου ζουν αποτελεί την επένδυση της ζωής τους, είναι η ανάγκη τους, καθώς κι ότι αυτό δίνει την προστιθέμενη αξία στην όποια δραστηριότητά τους, για την επιτυχία της. Η εκμεταλλευτική επένδυση της γης τους τούς αφήνει αδιάφορους, εφόσον εκτιμηθεί από τους ίδιους ότι θίγει τον τόπο, και τους κάμει πολέμιούς της όταν επιβληθεί, ακριβώς διότι ακολουθεί την εισπρακτική λογική/πολιτική της αξιοποίησης των πόρων του τόπου, που είναι αντίθετη στη θεώρησή τους για τη διαχείριση του, σύμφωνα με τη φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής τους σε σχέση με αυτόν. Δεν είναι αντίληψη τούτη προσκολημένη στο παρελθόν, μη αναπτυξιακή και στείρα. Είναι η σοφισμένη αντίληψη τής συνείδησης για τα γύρα, που στηρίζεται στη γνώση και την αίσθηση του τόπου. Διεκδικούν έτσι το δικαίωμά τους σε αυτόν, τον διεκδικούν αξιακά και τον απαιτούν σύμφωνα με το πνεύμα του (το «πνεύμα του τόπου»), που καλά το γνωρίζουν καθόσον τον ζουν…

Στην άλλη Ελλάδα, στην ύπαιθρο γη, οπού η δημιουργία δεν υποκαταστάθηκε από την εκμετάλλευση και το ελάχιστο είναι ακόμα πλούσιο, ζεις σε έναν άλλον κόσμο, έχεις άλλην προοπτική. Εκεί συναντάς ποικιλότητα φυσικών τοπίων, καθαρότητα μορφών, ανοικτότητα οριζόντων, ομορφιά λιτή κι απλή, απέριττη και ταπεινή, συναντάς βιοποικιλότητα μοναδική, συναντάς υγιή – αρμονική σχέση των ανθρώπων με τη γη και τα φυσικά στοιχεία. Το χαρακτηριζόμενο ως παραδοσιακό ελληνικό τοπίο, αυτό της υπαίθρου, «αγκάλιασε» τα φυσικά και τ’ ανθρώπινα που το συγκρότησαν −το φως, τις γραμμές, τη φύση, τα στοιχεία της πρακτικής του τόπου, το αρχαίο μνημείο, την ανθρώπινη κατοικία κ.ά.−, τα οποία άρμοσαν παρά την όποια μεταξύ τους συγκρουσιακή υπόσταση. Έτσι συγκροτήθηκαν τοπία μ’ ενέργεια, με ζωτικότητα και πάλη εσωτερική, με ισορροπίες και συνέργειες, με αλληλεξαρτήσεις και διαδοχές. Τοπία μ’ έντονη δυναμική μα κι ευαισθησία, τοπία δυνατά και μαζί εύθραυστα.

Ο Έλληνας λοιπόν, στο ελάχιστο που προορίστηκε, έπρεπε ως συνετός διαχειριστής να δημιουργήσει το πλούσιο του τόπου, για να σταθεί όρθιος αλλά και πλήρης. Τούτο προϋποθέτει μιαν ευγένεια ψυχής, που αντικατροπτρίζεται στη συμπεριφορά του προς τα γύρα, στον τρόπο που λειτουργεί στο φυσικό κόσμο. Τούτο το αποδίδει ο Φώτης Κόντογλου με τα εξής λόγια: «Σ’ αυτό το μέρος το κάθε τι ήτανε μικρό κ’ ήμερο, για τούτο το μυαλό τ’ ανθρώπου δεν κουραζότανε, μόνο ειρήνευε».[5] Μια τέτοια όμως ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ημπορεί στη χώρα μας να συνδυασθεί με την περίσσεια, παρά με τη διαχείριση του ελαχίστου, καθώς στο μικρό κι ολίγο εκφράζεται η χώρα, και στη μικρογραφία της απαιτείται να λειτουργήσει ο διαχειριστής της. Είναι μια συμπεριφορά που πρέπει του Έλληνα για να διατηρεί τον τόπο του ισόρροπο, στο μέτρο που του αρμόζει.

Ο Οδυσσέας Ελύτης φτιάχνει μιαν μαθηματική πράξη της αίσθησης για ν’ αποδώσει τα παραπάνω. Ξεκινά με τη διαπίστωση ότι «η περίσσεια, το αδικαίωτο στολίδι, ο μορφασμός, αποτελούν ήδη για τον Έλληνα μιαν “ύβρη”», για να καταλήξει: «Η ευγένεια, όταν γίνεται κοινό κτήμα, τρισμεγεθύνεται. Και τότε αποζητά την αναγωγή της στο ελάχιστο».[6] Αλλού, ο ίδιος μιλά για την «ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι», αποτελώντας «ένα σημάδι ακόμη αυτό της μεγάλης και φυσικής ευγένειας». Λέγει δε συμπερασματικά: «Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες το ελάχιστο».[7]

Παρόλο που στοιχειώνει τον Έλληνα η αλήθεια της φράσης του Ηρόδοτου, ότι «η φτώχεια είναι η κληρονομιά της Ελλάδας», εντούτοις ο ίδιος ο Έλληνας φρόντισε να διαψεύσει την ιστορία −κατά βάσιν, τον πατέρα αυτής, τον Ηρόδοτο− αλλάζοντας τη μοίρα του, κάμοντας πλούσιο το ολίγον της γης που του αναλογούσε. Δεν έφυγε από τον τόπο τον «φτωχό» και τον πλέριωσε δημιουργώντας τοπία που θαυμάστηκαν για τη μεγαλοσύνη τους, ακολουθώντας μεθόδους και πρακτικές που δεν έθιγαν τη γη, που δεν πρόδιδαν την εμπιστοσύνη της στον πονητή της και την κινούσαν στο να δίνει, στο να προσφέρει το δυνατό της· και να γένεται έτσι πλουσιότερο το σύμπαν στο ελάχιστό του. Η πράξη τούτη είναι η επικύρωση του αυτονόητου, που επιτυγχάνεται με τη σωστή διαχείριση της γης, κι εντέλει με τη στάση ζωής του διαχειριστή, αφού το ελάχιστον για να πληρωθεί δεν απαιτεί ποσότητα, αλλά ποιότητα προσφοράς, και κόπο, και συνεχή προσπάθεια. Και τούτο διότι, ο τόπος του ελαχίστου μπορεί να είναι φτωχός (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο), αλλά πλουταίνει με τη δημιουργία· κι όχι με την εκμετάλλευση (η τελευταία αυτή έννοια, στο λεξικό του εκσυχρονιστή, του σημερινού τεχνοκράτη, αποδίδεται ως αξιοποίηση). Για να επιτευχθεί τούτο απαιτείται συνείδηση της γης από τον διαχειριστή της και «απέραντος σεβασμός για τη φύση, με υψηλή γεωαισθητική συνείδηση».[8]

Μελετώντας δε το οικιστικό περιβάλλον του χώρου της υπαίθρου, διαπιστώνουμε ότι στη γενικότερη θεώρησή του είχε προσαρμογές στη φύση του τόπου κι ακολουθούσε το πνεύμα του. Φτιάχτηκε μεν σύμφωνα με την ανάγκη του ανθρώπου, τις κοινωνικές κι οικονομικές του συνθήκες, αλλά υπολόγισε τις δυνατότητες του τόπου κι είχε προσαρμογές στο φυσικό περιβάλλον, τέτοιες που «έδεσε» με αυτό κι αποτέλεσε βασικό δομικό στοιχείο του όλου φυσικού χώρου. Βλέπουμε έτσι, μελετώντας το, ότι στη Σαντορίνη κατασκεύαζαν χυτούς θόλους στα σπίτια, γιατί εκεί έλειπε το ξύλο, αλλά ήταν σε αφθονία η θηραϊκή γη. Στα νησιά του Αιγαίου έφτιαχναν δώματα στα σπίτια, διότι έπρεπε επί αυτών να συντηρούνται στέρνες, για να συγκεντρώνεται το νερό της βροχής, αφού στα εν λόγω νησιά υπήρχε μεγάλη έλλειψη νερού. Στα νησιά αυτά ο ασβέστης ήταν άφθονος, γι’ αυτό κι υπήρχε το άσπρο των σπιτιών, κάτι που δε συνέβαινε σε άλλα νησιά, όπως π.χ. στη Λήμνο, όπου εκεί υπήρχε έλλειψή του. Στην ηπειρωτική Ελλάδα αντίθετα, η ανάγκη απομάκρυνσης του νερού της βροχής ή του χιονιού από τα σπίτια, οδήγησε στη δημιουργία της ξύλινης στέγης, με κεραμίδια ή σχιστόπλακες. Στα νησιά του Αιγαίου επίσης, όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν συνεχής, τα σπίτια χτιζόταν κολλητά το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, λόγω και των κλίσεων του εδάφους, η αυλή του ενός, ν’ αποτελεί δώμα του άλλου, για νάναι ευκολότερη η διαφυγή, όταν δημιουργούνταν κίνδυνος πειρατικών επιδρομών. Ενώ στη Μάνη, οι διαμάχες των φατριών, επέβαλλαν την κατασκευή σπιτιών – πύργων, που θ’ άντεχαν στις επιθέσεις των αντιπάλων.

Δέστε όμως παρακάτω, διότι τούτο τελικά έχει πιότερη σημασία, την αποκαλυπτική αίσθηση του Έλληνα της Μεσογείου για τον τόπο του −δέστε τη λυρική και ταυτόχρονα τη γιομάτη παλμό αίσθηση του απλού Έλληνα: «…Στα καμπιά κοκκινίζει η παπαρούνα, με τα σατινένια φύλλα της, με κεφαλάκι στη μέση μαλιαρό, καπελωμένο με καλυμμαύκι παπαδίστικο. Η μαργαρίτα μοσχοβολά, γελά στον ήλιο, τον βλέπει κατάματα με τα κίτρινα μάτια της. Ξεβλασταίνουν τα ραδίκια κι απάνω – πάνω στο βλαστάρι τους στήνουν λουλούδι κίτρινο, με γύρο ακτινωτό, σα μικρό ξεφτέρι. Εδώ ανθεί ο αμπέλωχας, εκεί το ξυνόχορτο και το κορίμπι, πιο πέρα η βρούβα, η ραπανίδα κι ο βίκος. Στις καυκάρες ντύνεται τ’ αχινοπόδι, ο αλήφονας κι η ξερή αστοιβή, με καινούρια φυλλαράκια, που παραγεμίζουν τον αγκαθωτό τους σκελετό κι είναι σα μεγάλοι πράσινοι αχινοί κολλημένοι στο χώμα. Μοσχομυρίζει η ρίγανη, η φασκομηλιά και τ’ αθμάρι. Ανάμεσά τους ξεπετάγονται κρινάκια και ζαφόρες, φουσκιές και χωνάκια και λεπτεπίλεπτα χορταράκια, που κανείς δε ξέρει τ’ όνομά τους, μ’ ανθάκια σταυροπέταλα, ντελικάτα, άσπρα και κίτρινα και μπλε. Και στ’ απότοιχα, πρασινίζουν ασκαλιάροι γαλατεροί, σκάρφια και φουφλιές, σταυράγκαθα κι απουράνοι μ’ αγκαθωτή αγκινάρα. Περνά η Άνοιξη, αποστρέφονται τα χόρτα και τα λουλούδια της. Πυρώνει την πέτρα ο ήλιος του καλοκαιριού, καίει τον κόσμο. Μα τ’ αθμάρι ρουφά την ανεπνιά της νύκτας, γεμίζει με λουλουδάκια μαβιά. Ανθίζει ο βάτος στα λαγκάδια κι η αλυγαριά στις αμμουδαριές και μέσα απ’ τα γκρεμνά απλώνει καταπράσινα φύλλα η κάπαρη. Κρατά το λουλούδι της κλεισμένο σε βαβούλι σφιγκτό, σα μικρή καρδούλα, κι όταν ανοίγει είναι σα φούντα από στήμονες, πολύχρωμους, μακριούς, πάνω σε πέταλα κουφετιά και άσπρα».[9]

Και μιαν άλλη ωραία, λυρική αυτή τη φορά, περιγραφή της ελληνικής υπαίθρου δίνουμε από τον συγγραφέα – δημοσιογράφο Βασίλη Ηλιάδη, σε χρονογράφημά του το 1930 με τον τίτλο «Η ρεμματιά»: «Η θεία γαλήνη απλώθηκε σ’ ολόκληρο το ακραίο ελληνικό νησάκι του Αιγαίου −τη Νιο. Το δείλι αγκάλιασε με τους μενεξέδες του το καθετί και οι ίσκιοι που κατέβηκαν αρμονικά από τις υψηλές βενετσιάνικες βίγλες εγέμισαν την ατμόσφαιρα από τρυφερότητα, νοσταλγία και παράδοξο μυστικισμό. Ωραίες στιγμές του αγνού νησιού οπού αισθάνεται κανείς κάτω από ένα κόσμο ρεμβασμών την ψυχική του περισυλλογή ακέραια! (…) Τα λευκά σπίτια της μικρής πολιτείας που είναι σκαρφαλωμένα απάνω εις τα γκρεμνά γίνουνται αριστοτεχνικός πίνακας της εποχής της Αναγεννήσεως και οι χιονάτοι μύλοι που υψώνονται απάνω από τη λευκή νησιώτικη πολιτεία παίρνουνε την μορφή δερβισάδων που ετοιμάζουνται για τον θρησκευτικό των βακχικό χορό. Είναι η ώρα του κάμπου. Η μεγάλη ρεμματιά του που οδηγεί προς το γιαλό ανοίγει την αγκαλιά της προς τη χαρά και τον έρωτα. Οι φουντωμένες αλυγαριές και οι ανθισμένες ροδοδάφνες της συνθέτουν ατμόσφαιρα αισθησιασμού, και η θρησκευτική ποίησις απλώνει σιγά και αρμονικά πίσω από τους λόφους με τα κοπάδια και πίσω από τους φράχτες τους φορτωμένους με τις αμυγδαλιές και τις συκιές. Η χαρά της ρεματιάς γίνεται ολοένα νησιώτικο τραγούδι, τρυφερή μαντινάδα, ερωτική εκδήλωσι, ψιθύρισμα, σβυσμένος ήχος φιλιού. Πελώριες βεντάγιες οι αλυγαριές ανεμίζονται ρυθμικά και η πανσέληνος τυλίγει με το ασημί της, όσο προχωρεί η νύχτα, την ερωτική γοητεία της ρεμματιάς».[10]

Ο Οδυσσέας Ελύτης, διεισδυτικός στη σκέψη του για τον Έλληνα και τον τόπο, αναφέρεται στη διαμόρφωση του ελληνικού τοπίου σύμφωνα με το βίο του Έλληνα, μέσα από μια σχέση αρμοστή κι ειλικρινή, έτσι που το τοπίο να προκύπτει ως «η προβολή της ψυχής του λαού πάνω στην ύλη». Ιδού τα λόγια του: «Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει τη γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει, ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο· που, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις· ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τ’ ασήμαντα, και διαμορφώνει, κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στέρεο έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου −παραλίγο να πω η ψυχή μου. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων· είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω −και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση− ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε και εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρυθρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστερώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες…»[11]

Προχωρώντας τη σκέψη του ο Ελύτης γίνεται πιο συγκεκριμένος σ’ ότι αφορά στη βιωματική σχέση του Έλληνα με το περιβάλλον του. Λέγει: «Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και, μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προσφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται, χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα, χωρίς να υπάρχει κενό».[12]

Κείνο στ’ οποίο καταλήγουμε σε σχέση με το ελληνικό τοπίο και τη δραστηριότητα του Έλληνα σε αυτό, είναι ότι κάθε έκφραση δημιουργίας στις περιοχές της Ελλάδας, προέκυπτε βάσει των ιδιαιτεροτήτων των περιοχών της και των κοινωνικών απαιτήσεων που υπήρχαν, όμως η όλη συγκρότηση επήλθε μες το ιδιαίτερο περιβάλλον του μεσογειακού γεωγραφικού χώρου, γεγονός που επέβαλλε στη δημιουργία την ύπαρξη κοινών κωδίκων λειτουργίας στη Μεσόγειο. Οι κώδικες αυτοί εκφράστηκαν διαφορετικά στα εθνικά και στα τοπικά όρια περιοχών της Μεσογείου, σύμφωνα με τις ιστορικές, τις πολιτιστικές, τις πολιτικές, τις κοινωνικές, τις οικονομικές, τις περιβαλλοντικές καταβολές και συνθήκες των περιοχών αυτών, μ’ αποτέλεσμα να προκύπτουν τοπία ιδιαίτερα και σημαντικά για το ρόλο τους στη συγκρότηση και το χαρακτήρα του τόπου. Τοπίο τέτοιο είναι το ελληνικό, ως σύνολο και κατά τοπική αναφορά, τ’ οποίο είναι μεν μεσογειακό, δεν είναι μολοντούτο ίδιο με άλλο της Μεσογείου, καθώς διαφοροποιείται έχοντα την ιδιοσυστασία του· ούτε ίδιο είναι και μέσα στον ελληνικό τούτο χώρο, καθώς παρουσιάζει σε αυτόν ποικιλία μορφών κι αποδόσεων!

(απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κόντογλου Φ., «Τη πτωχεία τα πλούσια. Η γνήσια ελληνική τέχνη», κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελευθερία» στο φύλλο της 11ης-12-1955, περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ευλογημένο καταφύγιο», εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2009, σελ. 160-161.

[2] Ελύτης Οδ., «Σχέδιο για μια εισαγωγή στο Αιγαίο» (1972), στο «Εν λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1993, σελ. 17.

[3] Καζαντζάκης Ν., «Η γη της Ελλάδας», περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», 25 Απριλίου 1959.

[4] Παναγιωτόπουλος Μ. Ι., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 15 & 24.

[5] Κόντογλου Φ., «Τ’ Αϊβαλί, τα Μοσκονήσια κ’ η αρχαία Ποροσελήνη», από τη συλλογή διηγημάτων «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001, σελ. 73.

[6] Ελύτης Οδ., «Τα επιτύμβια», που περιλαμβάνονται στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 30, 32.

[7] Ελύτης Οδ., «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Εν Λευκώ», ο.π. σελ. 70, 71, 105.

[8] Φράση του Μανώλη Γλέζου στο έργο του «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 1997.

[9] Αλεξόπουλος Κ., «Τήνος. Το μικρό οδοιπορικό», εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 1993, σελ. 58-59.

[10] Ηλιάδης Β., «Η ρεμματιά», χρονογράφημα, εφημερίδα «Η Ακρόπολις», φύλλο 2-2-1930.

[11] Ελύτης Οδ., «Δημόσια και τα Ιδιωτικά», στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 365-366.

[12] ο.π. σελ. 367-368.

Η Μαργαρίτα

του ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΜΠΟΥΛΟΥ

Ένας λαχειοπώλης ήταν που γύριζε όλη μέρα με το κοντάρι των λαχνών, πουλώντας ελπίδες για να συμπληρώσει την σύνταξη. Κουτσός αλλά το χαμόγελό του, ολόκληρο. Τον θυμάμαι για χρόνια, να περνά από τη γειτονιά κάθε Τετάρτη.
Στη γωνία, μετά το «γηπεδάκι», υπήρχε μία μάντρα οικοδομών, ένα σιδεράδικο και ένα καφενείο. Πελάτες ελπίδας. Τον είχαν για γουρλή. Κάποιοι είχαν κερδίσει διάφορα μικροποσά αλλά για την εποχή, ήταν λογαριασμός. Λένε, ότι σε ένα (ακαθόριστο) κάποτε, κάποιος ( άγνωστος) είχε πάρει λαχείο από αυτόν, που κέρδισε ένα εκατομμύριο. Ήταν μία φήμη που ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε αλλά όταν τον ρώταγες αν είναι αλήθεια, σου απαντούσε «που να ξέρω; Τόσα χρόνια πουλάω λαχεία. Αν κάποιος κέρδισε, νάναι καλά και να τα χαρεί».
Η παρουσία του είχε την κανονικότητα ενός ελβετικού ρολογιού. Όταν τον έβλεπες, ήξερες ότι ήταν Τετάρτη. Η πρώτη Τετάρτη που δεν τον είδαμε, ήταν η μέρα της οριστικής του αναχώρησης. Τον είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο ενός Αμερικανού στρατιωτικού της βάσης του ελληνικού. Άκρη, με τον Αμερικανό, δεν βρέθηκε. Υπήρχε και η ετεροδικία τότε και ποτέ δεν μάθαμε περισσότερα.
Είχε μια κόρη, που είχε έρθει στη γειτονιά ρωτώντας αν κάποιος ήξερε κάτι. Θυμάμαι ότι ήταν ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα, σχεδόν αέρινο, με ένα τεράστιο χαμόγελο σαν του πατέρα της με γραμμές αβάσταχτης μελαγχολίας, που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και δούλευε κάπου, παράλληλα, γιατί η μητέρα της ήταν κατάκοιτη. Την είχα γνωρίσει γιατί, δεν θυμάμαι πως, ο πατέρας μου είχε φέρει στο σπίτι, το κοντάρι του με τους λαχνούς και ένα τσαντάκι που φορούσε, περασμένο στον ώμο και της τα έδωσε.
Ένα καλοκαίρι, λίγο πριν το μεσημέρι, καθόμουν στην μάντρα έξω από το σπίτι κάτω από τις ακακίες και διάβαζα ΜΠΛΕΚ. Κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πιω νερό από το λάστιχο και μόλις πήγα να κλείσω τη βρύση, τον άκουσα να μου λέει «να πιω και ‘γω λίγο, γιέ μου;». Ακούμπησε το κοντάρι των λαχνών στην μάντρα, έβγαλε το τσαντάκι του ώμου και το άφησε δίπλα, έσκυψε, πρώτα έπλυνε το πρόσωπο και μετά ήπιε με μικρές, υπολογισμένες γουλιές.
Έκλεισε την βρύση, τύλιξε γύρω της το λάστιχο, έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη, σκούπισε το πρόσωπό του και κάθισε στη μάντρα. «Πώς το πάθατε, με το πόδι;» τον ρώτησα «δεν σας κουράζει έτσι να περπατάτε και να πουλάτε λαχεία όλη μέρα; Δεν μπορείτε να βρείτε μία πιο ξεκούραστη δουλειά;». Γέλασε. Μου χάιδεψε το κεφάλι. «Η ζωή είναι σαν δρόμος που δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Ούτε τι θα συναντήσεις. Αλλά, ότι και αν γίνει, πρέπει να τον περπατήσεις. Ακόμη και αν είσαι σαν και μένα».
Απάντηση δεν ήτανε αλλά πρώτη φορά –και τελευταία- που του μίλαγα και είχα να ρωτήσω και άλλα. «Δεν μπορείτε να κρατήσετε ένα από τα λαχεία σας που να κερδίζει, για να μην ξαναδουλέψετε;». Ξαναγέλασε. «Δεν πιστεύω στην τύχη. Μόνο στον άνθρωπο» μου είπε. «Δηλαδή, τους κοροϊδεύετε τους ανθρώπους που τους δίνετε λαχεία;» του είπα, λίγο ξαφνιασμένος γιατί μου φάνηκε σαν κακό αυτό που είπε για την τύχη και τον είχα για καλό άνθρωπο.
«Οχι. Δεν τους κοροιδεύω. Αγοράζουν ελπίδες για να ταΐσουν τον χρόνο. Αλλιώς, ο χρόνος θα τους φάει». Έτσι όπως μιλούσε σαν πυθία, ήταν σαν την μακαρίτισσα την γιαγιά, όταν έλεγε τα παραμύθια. «Και πως τους τρώει ο χρόνος τους ανθρώπους;». «Α, όπως μαδάμε την μαργαρίτα. Πέταλο με πέταλο. Κομμάτι – κομμάτι». «Και άμα ο άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει, τι κάνει;» ρώτησα πάλι. «Χμ…» έκανε σαν να σκεφτότανε και με το ένα χέρι έτριψε το πηγούνι λες και αυτό θα βοηθούσε να κατεβάσει μία ιδέα. «Αμα δεν θέλει να πεθάνει, δεν γίνεται μαργαρίτα. Δεν αφήνει να τον μαδήσουνε».
Κοίταξε το ΜΠΛΕΚ. «Μόνο εικονογραφημένα, διαβάζεις;» με ρώτησε. «Οχι» απάντησα λίγο ντροπιασμένος, λίγο προσβεβλημένος. «Και Ιούλιο Βερν, και Δουμά και Βενέζη και Λουντέμη και Μάσκα και άλλους» του είπα. Σηκώθηκε. «Τον γέρο και την θάλασσα, το έχεις διαβάσει;» ξαναρώτησε την ώρα που περνούσε το τσαντάκι στον ώμο και πήρε πάλι το κοντάρι με τους λαχνούς.«Οχι» του είπα. «Ποιος το έχει γράψει;» ρώτησα. «Ο Χέμινγουεϊ» μου απάντησε. «Τον ξέρεις;». «Έχω δει την ταινία για ποιόν κτυπά η καμπάνα» απάντησα περήφανος. «Δεν έχεις διαβάσει, όμως;». «Οχι, δεν έχω» του είπα λίγο πειραγμένος που δεν εκτίμησε το ότι είχα δει την ταινία. «Την άλλη βδομάδα, θα σου φέρω το βιβλίο του Χέμινγουεϊ, με τον γέρο» μου είπε.
Μου χάιδεψε ξανά το κεφάλι και έφυγε. Το βιβλίο, το βρήκα στην μάντρα, εκεί που είχαμε καθίσει, την επόμενη Τετάρτη. Είχε περάσει νωρίτερα από την ώρα του. Μέσα στο βιβλίο είχε υπογραμμίσει μία φράση μόνο. «Ο άνθρωπος καταστρέφεται αλλά δεν νικιέται ποτέ». Το σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό. Να είσαι μαργαρίτα και να τους αφήνεις να σε σκοτώνουν πέταλο με πέταλο και μνημόνιο με το μνημόνιο ή να είσαι άνθρωπος και να το παλεύεις;

  • 1
  • 2

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟ

Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Κοινωνικη δικτυωση